Η Βουλή αποφασίζει σήμερα ποια από τα 33 άρθρα και συνταγματικές διατάξεις θα ανοίξουν προς αναθεώρηση. Πίσω, όμως, από τη θεσμική διαδικασία βρίσκεται μια βαθύτερη πολιτική μάχη για τις πλειοψηφίες, τις μετεκλογικές συμμαχίες και το ποιος θα καθορίσει τελικά τους νέους κανόνες για την ευθύνη υπουργών, τη Δικαιοσύνη, τα πανεπιστήμια, το Δημόσιο και το εκλογικό σύστημα.
Η πρώτη μεγάλη δοκιμασία για τη Συνταγματική Αναθεώρηση
Στην πρώτη αποφασιστική κοινοβουλευτική δοκιμασία εισέρχεται σήμερα, Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026, η διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης, με την Ολομέλεια να καλείται να αποφασίσει ποια από τα 33 άρθρα και συνταγματικές διατάξεις που περιλαμβάνονται στην πρόταση της Νέας Δημοκρατίας θα χαρακτηριστούν αναθεωρητέα.
Η ηλεκτρονική, ονομαστική και φανερή ψηφοφορία έχει προγραμματιστεί να ξεκινήσει λίγο μετά τις 18:00, έπειτα από την πολυήμερη συζήτηση στην Ολομέλεια και τις προηγούμενες εργασίες της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος.
Τυπικά, πρόκειται για μια θεσμική διαδικασία με αυστηρούς κανόνες. Πολιτικά, όμως, η ψηφοφορία αποτελεί την πρώτη ουσιαστική καταγραφή των συσχετισμών πάνω στους οποίους θα οικοδομηθεί η επόμενη πολιτική περίοδος.
Κάθε «ναι», κάθε «όχι» και κάθε «παρών» δεν αφορά μόνο το περιεχόμενο μιας συνταγματικής διάταξης. Αφορά το ποια κόμματα μπορούν να συνεννοηθούν, πού μπορούν να υπάρξουν μελλοντικές συγκλίσεις και, κυρίως, πόσο δεσμευμένη ή πόσο ελεύθερη θα είναι η Βουλή που θα προκύψει από τις επόμενες εθνικές εκλογές.
Το παιχνίδι των 151 και των 180 ψήφων
Το κλειδί της σημερινής ψηφοφορίας βρίσκεται στο άρθρο 110 του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει μια σύνθετη διαδικασία δύο διαδοχικών Βουλών.
Η σημερινή, προτείνουσα Βουλή δεν αποφασίζει την τελική διατύπωση των νέων άρθρων. Αποφασίζει μόνο ποιες διατάξεις πρέπει να αναθεωρηθούν.
Η τελική διαμόρφωση του περιεχομένου τους θα γίνει από την επόμενη Βουλή, η οποία θα αναδειχθεί μετά τις εθνικές εκλογές.
Η αριθμητική είναι καθοριστική:
- Εάν ένα άρθρο συγκεντρώσει τουλάχιστον 180 ψήφους στην παρούσα Βουλή, στην επόμενη Αναθεωρητική Βουλή θα αρκεί η απόλυτη πλειοψηφία των 151 βουλευτών για να καθοριστεί το νέο περιεχόμενό του.
- Εάν συγκεντρώσει από 151 έως 179 ψήφους, τότε η επόμενη Βουλή θα χρειαστεί αυξημένη πλειοψηφία 180 ψήφων για να ολοκληρώσει την αναθεώρηση.
- Οι διατάξεις που δεν θα ξεπεράσουν το όριο των 151 ψήφων τίθενται εκτός διαδικασίας και δεν θα συμπεριληφθούν στη δεύτερη ψηφοφορία, η οποία αναμένεται την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου.
Η διαδικασία μετατρέπει τη σημερινή ψηφοφορία σε μια πολιτική σκακιέρα υψηλού ρίσκου.
Το παράδοξο της διαδικασίας
Στη Συνταγματική Αναθεώρηση, μια μεγάλη πλειοψηφία σήμερα μπορεί να σημαίνει μικρότερο έλεγχο αύριο.
Εάν η αντιπολίτευση συναινέσει ώστε ένα άρθρο να συγκεντρώσει 180 ψήφους, τότε μετά τις εκλογές μια μελλοντική κυβερνητική πλειοψηφία 151 βουλευτών θα μπορεί να καθορίσει μόνη της το τελικό περιεχόμενο της διάταξης.
Αντίθετα, εάν το άρθρο εγκριθεί σήμερα με 151 έως 179 ψήφους, η επόμενη Βουλή θα υποχρεωθεί να αναζητήσει ευρύτερη συναίνεση 180 βουλευτών.
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης βρίσκονται, επομένως, αντιμέτωπα με ένα σύνθετο δίλημμα: να ψηφίσουν υπέρ μιας αλλαγής με την οποία συμφωνούν επί της αρχής, παραδίδοντας όμως τον τελικό έλεγχο στην επόμενη πλειοψηφία, ή να περιορίσουν σήμερα τις θετικές ψήφους ώστε να διατηρήσουν την ανάγκη ευρύτερων συναινέσεων στο μέλλον.
Υπό αυτό το πρίσμα, το «παρών» σε κρίσιμες διατάξεις δεν αποτελεί απαραίτητα ουδέτερη στάση. Μπορεί να είναι στρατηγική επιλογή για να διατηρηθεί το όριο των 180 ψήφων στην επόμενη Βουλή.
Η πολιτική στόχευση της Νέας Δημοκρατίας
Η Νέα Δημοκρατία παρουσιάζει τη Συνταγματική Αναθεώρηση ως ένα μεγάλο θεσμικό και εκσυγχρονιστικό βήμα, που εκτείνεται από την τεχνητή νοημοσύνη και την κλιματική αλλαγή έως τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, την αξιολόγηση στο Δημόσιο, την ανώτατη εκπαίδευση και τη σταθερότητα του πολιτικού συστήματος.
Η κυβερνητική στρατηγική κινείται σε δύο επίπεδα.
Από τη μία πλευρά, το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να εμφανίσει τη ΝΔ ως τη δύναμη που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία για τη θεσμική Ελλάδα της επόμενης δεκαετίας.
Από την άλλη, μεταφέρει την πίεση προς την αντιπολίτευση, ζητώντας της να τοποθετηθεί συγκεκριμένα για ζητήματα με μεγάλη κοινωνική και πολιτική απήχηση, όπως:
- η αλλαγή του νόμου περί ευθύνης υπουργών,
- η αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων,
- τα μη κρατικά πανεπιστήμια,
- η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης,
- η επιστολική ψήφος,
- η σταθερότητα του εκλογικού συστήματος,
- η προστασία της κατοικίας,
- η κλιματική αλλαγή,
- η διαφάνεια στη λειτουργία του κράτους.
Η αντιπολίτευση, από την πλευρά της, κατηγορεί την κυβέρνηση ότι προωθεί μια διαδικασία με έντονο κομματικό και προεκλογικό χαρακτήρα, ενόψει της πορείας προς τις εκλογές του 2027.
Άρθρο 86: Η ευθύνη υπουργών στην καρδιά της σύγκρουσης
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται το άρθρο 86 για την ποινική ευθύνη των υπουργών.
Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας προβλέπει ότι η ανάκριση, η προανάκριση και η προκαταρκτική εξέταση θα διενεργούνται από εισαγγελικό ή ανώτατο δικαστικό όργανο και όχι από κοινοβουλευτική προανακριτική επιτροπή.
Ωστόσο, η τελική απόφαση για την άσκηση δίωξης σε υπουργό ή υφυπουργό θα εξακολουθεί να απαιτεί απόφαση της Βουλής με την απόλυτη πλειοψηφία των 151 βουλευτών.
Η κυβερνητική πλευρά υποστηρίζει ότι με αυτόν τον τρόπο περιορίζεται ο πολιτικός χαρακτήρας της προκαταρκτικής διερεύνησης και η υπόθεση περνά σε μεγάλο βαθμό στα χέρια της Δικαιοσύνης.
Το ΠΑΣΟΚ ζητά πλήρη απομάκρυνση της Βουλής από τη διαδικασία δίωξης και προτείνει η σχετική κρίση να ανατεθεί αποκλειστικά σε ειδικό δικαστικό συμβούλιο.
Η σύγκρουση αγγίζει άμεσα το αίτημα για ίση λογοδοσία πολιτικών και πολιτών, καθώς το κρίσιμο ερώτημα παραμένει κατά πόσο η Βουλή πρέπει να διατηρεί το τελικό «κλειδί» της δίωξης.
Αξιολόγηση στο Δημόσιο: Κοινωνική απήχηση και πολιτική παγίδα
Ένα από τα άρθρα με τη μεγαλύτερη κοινωνική απήχηση είναι το άρθρο 103, που αφορά τους δημοσίους υπαλλήλους.
Η πρόταση προβλέπει συνταγματική κατοχύρωση της υποχρεωτικής αξιολόγησης με βάση:
- την αμεροληψία,
- την ουδετερότητα,
- την επαγγελματική ικανότητα,
- την αποτελεσματικότητα,
- την απόδοση.
Παράλληλα, προβλέπεται αμφίδρομη αξιολόγηση, ακόμη και από υφισταμένους προς προϊσταμένους, οικονομικές επιβραβεύσεις που θα συνδέονται με την απόδοση, αλλά και συνέπειες οι οποίες θα μπορούσαν να φτάσουν έως την οριστική παύση, έπειτα από απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου.
Για την κυβέρνηση, το άρθρο 103 αποτελεί το θεσμικό θεμέλιο για ένα Δημόσιο που θα επιβραβεύει τους ικανούς, θα εντοπίζει τις δυσλειτουργίες και δεν θα αντιμετωπίζει τη μονιμότητα ως ασυλία απέναντι στην αδιαφορία ή τη συστηματική ανεπάρκεια.
Για την αντιπολίτευση και τα συνδικάτα, όμως, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι η αξιολόγηση ως γενική αρχή, αλλά οι συνέπειές της.
Το πολιτικό ερώτημα είναι ποιος θα αξιολογεί, με ποια κριτήρια, ποιος θα ελέγχει τους αξιολογητές και αν η διαδικασία θα λειτουργεί ως εργαλείο βελτίωσης ή ως μηχανισμός πειθαρχίας και απολύσεων.
Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι η αξιολόγηση διαθέτει σημαντική κοινωνική αποδοχή. Η αντιπολίτευση γνωρίζει ότι μια απόλυτη άρνηση μπορεί να την εμφανίσει ως υπερασπιστή της ακινησίας.
Η ουσιαστική μάχη θα δοθεί, επομένως, στις εγγυήσεις εφαρμογής.
Δικαιοσύνη χωρίς κυβερνητική «σκιά»
Ιδιαίτερη θεσμική βαρύτητα έχει η προτεινόμενη αλλαγή στο άρθρο 90, με την οποία επιδιώκεται να περιοριστεί η κυβερνητική παρέμβαση στην επιλογή των προέδρων και αντιπροέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων.
Η πρόταση προβλέπει την επιλογή τους από ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή, μεταξύ καταλόγου υποψηφίων που θα προτείνουν οι ολομέλειες των ίδιων των δικαστηρίων.
Η ρύθμιση επιχειρεί να απαντήσει στη διαχρονική κριτική ότι η εκάστοτε κυβέρνηση μπορεί, μέσω της επιλογής της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων, να δημιουργεί την εικόνα πολιτικής εξάρτησης της Δικαιοσύνης.
Ωστόσο, η μεταφορά της απόφασης από το Υπουργικό Συμβούλιο σε μια κοινοβουλευτική επιτροπή δεν εξαφανίζει αυτομάτως τον κίνδυνο κομματικοποίησης.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι με ποια πλειοψηφία θα αποφασίζει η επιτροπή.
Εάν αρκεί η κυβερνητική πλειοψηφία, η αλλαγή μπορεί να αποδειχθεί περισσότερο θεσμική αναδιάταξη παρά πραγματική αποκομματικοποίηση.
Εάν απαιτείται ευρύτερη συναίνεση, η νέα ρύθμιση μπορεί να μετατρέψει την επιλογή της δικαστικής ηγεσίας σε πεδίο διακομματικής συνεννόησης.
Προληπτικός έλεγχος συνταγματικότητας
Με τα άρθρα 77 και 100 προτείνεται η εισαγωγή προληπτικού ελέγχου της συνταγματικότητας ψηφισμένων νομοσχεδίων πριν από τη δημοσίευσή τους.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο πρωθυπουργός ή η Βουλή θα μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να παραπέμπουν ένα ψηφισμένο νομοσχέδιο στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο.
Για κρίσιμα νομοσχέδια που αφορούν το εκλογικό δικαίωμα και το εκλογικό σύστημα προβλέπεται υποχρεωτική παραπομπή.
Η Ελλάδα ακολουθεί παραδοσιακά το σύστημα του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου συνταγματικότητας, όπου κάθε δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να εφαρμόσει έναν νόμο που κρίνει αντισυνταγματικό.
Με τη νέα πρόταση εισάγεται ένας ισχυρός κεντρικός μηχανισμός, ο οποίος θα μπορεί να σταματήσει έναν νόμο πριν ακόμη τεθεί σε ισχύ.
Οι υποστηρικτές της αλλαγής θεωρούν ότι έτσι θα αποτρέπονται αντιφατικές δικαστικές αποφάσεις, θεσμικές εκκρεμότητες και χρόνια νομικής αβεβαιότητας.
Οι επικριτές προειδοποιούν ότι το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο μπορεί να μετατραπεί σε ένα είδος άτυπου Συνταγματικού Δικαστηρίου, χωρίς να έχει προηγηθεί πλήρης συζήτηση για τη σύνθεση, τα όρια και τη δημοκρατική νομιμοποίησή του.
Εκλογικός νόμος και κυβερνησιμότητα
Με την αναθεώρηση του άρθρου 54, η Νέα Δημοκρατία προτείνει να κατοχυρωθεί συνταγματικά ότι το εκλογικό σύστημα πρέπει να εξασφαλίζει όχι μόνο εύλογη αναλογικότητα, αλλά και την κυβερνησιμότητα της χώρας.
Η ένταξη της κυβερνησιμότητας στο Σύνταγμα δεν αποτελεί ουδέτερη τεχνική προσθήκη.
Θα μπορούσε να λειτουργήσει ως συνταγματικό επιχείρημα υπέρ εκλογικών συστημάτων που προβλέπουν μπόνους εδρών, ενισχυμένη αναλογική ή άλλους μηχανισμούς διευκόλυνσης του πρώτου κόμματος.
Για τη Νέα Δημοκρατία, το εκλογικό σύστημα οφείλει να επιτρέπει τον σχηματισμό σταθερών και βιώσιμων κυβερνήσεων.
Για την αντιπολίτευση, η συνταγματική κατοχύρωση της κυβερνησιμότητας μπορεί να αποτελέσει όχημα μόνιμης ενίσχυσης του πρώτου κόμματος εις βάρος της αναλογικής εκπροσώπησης.
Η συζήτηση συνδέεται άμεσα με την επόμενη ημέρα του πολιτικού συστήματος, σε μια περίοδο κατά την οποία οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις γίνονται δυσκολότερες και οι κυβερνήσεις συνεργασίας επανέρχονται στο προσκήνιο.
Τα πανεπιστήμια και οι νέες θεσμικές ισορροπίες
Η συζήτηση για την ανώτατη εκπαίδευση αποτελεί επίσης κρίσιμο πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η κυβερνητική πρόταση επιχειρεί να ανοίξει τον δρόμο για νέες μορφές μη κρατικής ανώτατης εκπαίδευσης, με τη Νέα Δημοκρατία να υποστηρίζει ότι η χώρα πρέπει να προσαρμοστεί στις διεθνείς εξελίξεις και να περιορίσει τη φυγή φοιτητών στο εξωτερικό.
Η αντιπολίτευση προειδοποιεί ότι η αλλαγή μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης και αποδυνάμωση του δημόσιου πανεπιστημίου.
Το ζήτημα αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα πιο πολωτικά σημεία της αναθεωρητικής διαδικασίας.
Το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα
Η σημερινή ψηφοφορία δεν θα καθορίσει το τελικό περιεχόμενο του νέου Συντάγματος.
Θα καθορίσει, όμως, ποια άρθρα θα ανοίξουν, ποιες πλειοψηφίες θα απαιτηθούν στην επόμενη Βουλή και ποιοι πολιτικοί συσχετισμοί θα αποκτήσουν καθοριστικό ρόλο μετά τις εκλογές.
Η Συνταγματική Αναθεώρηση μετατρέπεται έτσι σε πρόβα μετεκλογικών συνεργασιών.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο ποια άρθρα θα συγκεντρώσουν 151 ή 180 ψήφους. Είναι ποια κόμματα θα μπορούν να διαμορφώσουν κοινούς θεσμικούς κανόνες και ποια θα επιχειρήσουν να διατηρήσουν τον έλεγχο της επόμενης φάσης.
Η μάχη για το Σύνταγμα είναι, τελικά, και μάχη για την πολιτική εξουσία της επόμενης ημέρας.
33 διατάξεις δεν έχουν το ίδιο πολιτικό βάρος
Παρότι η ψηφοφορία αφορά δεκάδες άρθρα και παραγράφους, η πολιτική μάχη αναμένεται να επικεντρωθεί σε έναν πολύ μικρότερο αριθμό μεγάλων θεμάτων:
- Άρθρο 86: Ποινική ευθύνη υπουργών και ρόλος της Βουλής.
- Άρθρο 16: Μη κρατικά πανεπιστήμια και δημόσιος χαρακτήρας της ανώτατης εκπαίδευσης.
- Άρθρο 103: Αξιολόγηση, μονιμότητα και αποδοτικότητα στο Δημόσιο.
- Άρθρο 90: Επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης.
- Άρθρα 77 και 100: Προληπτικός έλεγχος συνταγματικότητας.
- Άρθρο 54: Εκλογικό σύστημα και συνταγματική κατοχύρωση της κυβερνησιμότητας.
- Άρθρο 51: Επιστολική ψήφος στο εσωτερικό.
- Άρθρο 29: Όροι συμμετοχής πολιτικών κομμάτων στις εκλογές.
- Άρθρο 102: Φορολογική αυτονομία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
- Άρθρο 21: Προσιτή κατοικία και διαγενεακή δικαιοσύνη.
Τα υπόλοιπα άρθρα μπορεί να συγκεντρώνουν μικρότερη δημοσιότητα, αλλά θα λειτουργήσουν ως χώρος επιμέρους συγκλίσεων και ανταλλαγής πολιτικών σημάτων.


