Η ακρίβεια αδειάζει τον κουμπαρά των νοικοκυριών, η ΑΑΔΕ ψάχνει νέες λύσεις για τους μεγαλοοφειλέτες και η ώρα της αλήθειας για τις τράπεζες

Η εικόνα των μακροοικονομικών δεικτών μπορεί να βελτιώνεται, όμως η καθημερινότητα των νοικοκυριών συνεχίζει να λέει μια διαφορετική ιστορία. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, δείχνουν ότι το διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε κατά 3,2% το πρώτο τρίμηνο του 2026, αλλά η καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε ακόμη περισσότερο, κατά 4,7%. Το αποτέλεσμα είναι απλό: τα νοικοκυριά ξοδεύουν περισσότερα από όσα εισπράττουν και καλύπτουν τη διαφορά είτε από τις αποταμιεύσεις τους είτε με νέο δανεισμό.

Στην αγορά, το εύρημα αυτό δεν περνά απαρατήρητο. Το αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης (-3,3%) αποτελεί ένδειξη ότι το «μαξιλάρι» ασφαλείας πολλών οικογενειών εξαντλείται, ενώ η κατανάλωση στηρίζεται ολοένα και περισσότερο σε προσωρινές λύσεις και όχι σε πραγματική αύξηση της αγοραστικής δύναμης.

Το παρασκήνιο δείχνει ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει να δέχεται πιέσεις για νέα μέτρα στήριξης, ιδιαίτερα εάν οι τιμές ενέργειας και βασικών αγαθών παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα. Οι επιχειρήσεις, από την πλευρά τους, παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις, καθώς η εξασθένηση της αποταμίευσης περιορίζει σταδιακά και τις δυνατότητες της ιδιωτικής κατανάλωσης.

Το μεγάλο ερώτημα είναι πόσο ακόμη μπορούν τα νοικοκυριά να χρηματοδοτούν την καθημερινότητά τους από τις οικονομίες του παρελθόντος. Γιατί όταν οι αποταμιεύσεις γίνονται εργαλείο επιβίωσης και όχι επένδυσης για το μέλλον, η ανθεκτικότητα της οικονομίας αρχίζει να δοκιμάζεται στην πράξη.

********

Η παράταση έως τον Φεβρουάριο του 2027 για τη δημοσιοποίηση της λίστας των μεγαλοοφειλετών μπορεί να δίνει πρόσθετο χρόνο στη νέα ρύθμιση των 72 δόσεων, όμως στο υπουργείο Οικονομικών γνωρίζουν ότι το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται αλλού. Οι μεγάλοι οφειλέτες είναι διαχρονικά εκείνοι που μένουν εκτός ρυθμίσεων, αφήνοντας ανείσπρακτο το μεγαλύτερο μέρος των ληξιπρόθεσμων χρεών.

Τα στοιχεία της ΑΑΔΕ επιβεβαιώνουν ότι οι ρυθμίσεις προσελκύουν κυρίως φορολογουμένους με μικρές και μεσαίες οφειλές, ενώ όσοι χρωστούν εκατοντάδες χιλιάδες ή εκατομμύρια ευρώ σπανίως αξιοποιούν τα διαθέσιμα εργαλεία. Έτσι, παρά το συνολικό ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών που ξεπερνά τα 114,5 δισ. ευρώ, οι πραγματικές δυνατότητες είσπραξης περιορίζονται σε ένα πολύ μικρότερο ποσό.

Στο παρασκήνιο εξετάζονται ήδη πιο στοχευμένες παρεμβάσεις. Στο οικονομικό επιτελείο κερδίζει έδαφος η άποψη ότι οι οριζόντιες ρυθμίσεις έχουν εξαντλήσει τις δυνατότητές τους και ότι απαιτούνται εξατομικευμένα σχήματα, προσαρμοσμένα στη φοροδοτική ικανότητα κάθε οφειλέτη. Παράλληλα, η ΑΑΔΕ εντείνει τους ελέγχους για όσους έχουν πολύ μεγάλες οφειλές, αξιοποιώντας και το νέο πλαίσιο διεθνούς ανταλλαγής φορολογικών πληροφοριών για τον εντοπισμό περιουσιακών στοιχείων.

Το μεγάλο στοίχημα, πάντως, δεν είναι η δημοσιοποίηση μιας λίστας ονομάτων. Είναι να μετατραπεί ένα μικρό μέρος των δισεκατομμυρίων που παραμένουν σήμερα «παγωμένα» σε πραγματικά δημόσια έσοδα, χωρίς να δημιουργείται ένας ακόμη κύκλος ανεφάρμοστων ρυθμίσεων.

********

Αυτή η εβδομάδα δεν θα είναι άλλη μία περίοδος ανακοίνωσης αποτελεσμάτων για τις ελληνικές τράπεζες. Θα αποτελέσει το τελευταίο μεγάλο «ραντεβού» με την αγορά πριν από τη θερινή ανάπαυλα και, κυρίως, μια ευκαιρία για τις διοικήσεις να στείλουν μηνύματα για την πορεία της χρονιάς.

Οι αναλυτές θεωρούν σχεδόν δεδομένο ένα ακόμη ισχυρό τρίμηνο. Το πραγματικό ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται στις τηλεδιασκέψεις. Εκεί θα φανεί αν οι διοικήσεις διατηρούν αμετάβλητους τους στόχους του 2026 ή αν αφήσουν να διαφανεί περιθώριο για νέες αναβαθμίσεις, καθώς η πιστωτική επέκταση, η ποιότητα του χαρτοφυλακίου και η κερδοφορία εξακολουθούν να κινούνται καλύτερα των αρχικών εκτιμήσεων.

Στο παρασκήνιο, πάντως, αρχίζει να αλλάζει και η ατζέντα των επενδυτών. Μέχρι σήμερα οι ερωτήσεις επικεντρώνονταν στα επιτόκια, τα μερίσματα και την κεφαλαιακή επάρκεια. Από το φθινόπωρο, όμως, αναμένεται να προστεθεί ακόμη ένας παράγοντας στις αναλύσεις των ξένων οίκων: ο πολιτικός κίνδυνος, καθώς η χώρα θα μπαίνει σταδιακά σε προεκλογική τροχιά.

Οι τραπεζίτες εμφανίζονται αισιόδοξοι ότι η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας θα συνεχίσει να στηρίζει τα αποτελέσματα. Ωστόσο, γνωρίζουν ότι οι αγορές δεν κοιτούν πλέον μόνο τους ισολογισμούς. Θα αξιολογήσουν εξίσου την ικανότητα των τραπεζών να διατηρήσουν την κερδοφορία τους σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, υψηλότερων ενεργειακών τιμών και ενδεχόμενης πολιτικής μεταβλητότητας.

Συντάκτης

  • eidikos synergatis

    Η δημοσιογραφία δεν γράφει απλώς την ιστορία της ημέρας· φωτίζει όσα κάποιοι θα προτιμούσαν να μείνουν στο σκοτάδι.

    View all posts

Δείτε Επίσης

Τελευταία άρθρα