Η κυβέρνηση ζητά αλλαγές στην αγορά ηλεκτρισμού της ΕΕ για χαμηλότερες τιμές ρεύματος

Η ελληνική κυβέρνηση επαναφέρει στο ευρωπαϊκό επίπεδο τη συζήτηση για τη λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, υποστηρίζοντας ότι η αυξανόμενη παραγωγή από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) θα πρέπει να αντανακλάται περισσότερο στις τελικές τιμές που πληρώνουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Με δημόσιες παρεμβάσεις του, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει επισημάνει ότι το ισχύον ευρωπαϊκό μοντέλο διαμόρφωσης των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας χρειάζεται προσαρμογές, καθώς –όπως αναφέρει– δεν αποτυπώνει πλήρως το όφελος από τη σημαντική διείσδυση των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα.

Η συζήτηση αυτή συνδέεται με τον ευρύτερο προβληματισμό που έχει αναπτυχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, όπως αποτυπώνεται και στην έκθεση του πρώην προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, η οποία επισημαίνει το υψηλό ενεργειακό κόστος ως έναν από τους παράγοντες που επηρεάζουν τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης.

Πώς λειτουργεί σήμερα η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας

Στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού Target Model, η τιμή στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας καθορίζεται από την τελευταία μονάδα παραγωγής που απαιτείται για να καλυφθεί η συνολική ζήτηση, η οποία συχνά είναι μονάδα φυσικού αερίου.

Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και σε περιόδους κατά τις οποίες μεγάλο μέρος της ηλεκτροπαραγωγής προέρχεται από φωτοβολταϊκά ή αιολικά πάρκα, η τιμή μπορεί να εξακολουθεί να επηρεάζεται από το κόστος παραγωγής των συμβατικών μονάδων.

Η συγκεκριμένη αρχιτεκτονική της αγοράς αποτελεί αντικείμενο συζήτησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ιδιαίτερα μετά την ενεργειακή κρίση των τελευταίων ετών.

Οι προτάσεις που εξετάζονται

Η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει ζητήσει την κατάργηση του ισχύοντος μοντέλου αγοράς, αλλά την εξέταση παρεμβάσεων που θα επιτρέπουν τη μεγαλύτερη μεταφορά του οφέλους των ΑΠΕ στους τελικούς καταναλωτές.

Μεταξύ των εργαλείων που συζητούνται σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης περιλαμβάνονται:

  • η ευρύτερη χρήση των Contracts for Difference (CfDs),
  • η ενίσχυση των μακροχρόνιων συμβολαίων αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (Power Purchase Agreements – PPAs),
  • η επιτάχυνση των επενδύσεων στα δίκτυα μεταφοράς και στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις,
  • η ανάπτυξη περισσότερων συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας, ώστε να περιορίζεται η ανάγκη χρήσης μονάδων φυσικού αερίου στις ώρες αυξημένης ζήτησης.

Η ελληνική εμπειρία

Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες που έχουν αυξήσει σημαντικά την εγκατεστημένη ισχύ από φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα οι ΑΠΕ να καλύπτουν ολοένα μεγαλύτερο ποσοστό της ηλεκτροπαραγωγής.

Παρά τη διεύρυνση της συμμετοχής των ανανεώσιμων πηγών, οι λογαριασμοί ηλεκτρικής ενέργειας εξακολουθούν να επηρεάζονται από τις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς και από το κόστος του φυσικού αερίου όταν αυτό συμμετέχει στον καθορισμό της τελικής τιμής.

Σύμφωνα με την κυβέρνηση, η επόμενη φάση της ενεργειακής μετάβασης θα πρέπει να εστιάσει όχι μόνο στην αύξηση της παραγωγής από ΑΠΕ αλλά και στη διαμόρφωση ενός πλαισίου που θα επιτρέπει στους καταναλωτές να επωφελούνται περισσότερο από το χαμηλό κόστος παραγωγής της πράσινης ενέργειας.

Στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής συζήτησης

Η μεταρρύθμιση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας αποτελεί ήδη αντικείμενο διαλόγου στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, καθώς αρκετά κράτη-μέλη έχουν θέσει ζήτημα για τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι τιμές σε μια περίοδο κατά την οποία οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας αποκτούν ολοένα μεγαλύτερο μερίδιο στην παραγωγή.

Η ελληνική κυβέρνηση επιδιώκει να συμβάλει σε αυτή τη συζήτηση, υποστηρίζοντας ότι η ενεργειακή μετάβαση θα πρέπει να συνοδεύεται από μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας και από πιο προσιτές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για πολίτες και επιχειρήσεις.

Συντάκτης


Δείτε Επίσης

Τελευταία άρθρα