ΤτΕ: Περιορισμένοι οι συστημικοί κίνδυνοι για την οικονομία

Σταθερή παραμένει η εκτίμηση της Τράπεζας της Ελλάδος για τους συστημικούς κινδύνους στην ελληνική οικονομία, καθώς η κεντρική τράπεζα διαπιστώνει ότι το περιβάλλον κινδύνου εξακολουθεί να είναι ουδέτερο, χωρίς ενδείξεις υπερθέρμανσης της πιστωτικής αγοράς ή δημιουργίας ανισορροπιών που να απαιτούν πρόσθετα προληπτικά μέτρα.

Στην αξιολόγησή της για το γ’ τρίμηνο του 2026, η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι οι κυκλικοί συστημικοί κίνδυνοι παραμένουν περιορισμένοι, γεγονός που επιτρέπει τη διατήρηση της υφιστάμενης μακροπροληπτικής πολιτικής.

Υπό το πρίσμα αυτό, η ΤτΕ αποφάσισε να διατηρήσει αμετάβλητο στο 0,5% το ποσοστό του αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας (Countercyclical Capital Buffer – CCyB) για τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν ανοίγματα στην Ελλάδα.

Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί στο επίπεδο του θετικού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος που εφαρμόζεται σε ουδέτερο περιβάλλον κινδύνου και θα εξακολουθήσει να ισχύει από την 1η Οκτωβρίου 2026.

Η απόφαση σηματοδοτεί ότι η κεντρική τράπεζα δεν διαπιστώνει προς το παρόν ανάγκη περαιτέρω ενίσχυσης των κεφαλαιακών απαιτήσεων των τραπεζών, καθώς η πιστωτική επέκταση, η πορεία της οικονομίας και οι εξελίξεις στις αγορές δεν δημιουργούν ενδείξεις συσσώρευσης υπερβολικών κυκλικών κινδύνων.

Η τριμηνιαία αξιολόγηση της έντασης των κυκλικών συστημικών κινδύνων και της καταλληλότητας του ποσοστού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας για την Ελλάδα λαμβάνει υπόψη την τυποποιημένη διαφορά των πιστώσεων προς το ΑΕΠ, τον οδηγό αποθέματος ασφαλείας και, κυρίως, πρόσθετους δείκτες για τη συσσώρευση των κυκλικών συστημικών κινδύνων.

Ο οδηγός αποθέματος ασφαλείας, όπως ορίζεται στη Σύσταση ΕΣΣΚ/2014/1 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (European Systemic Risk Board – ESRB), είναι «μηδέν», δεδομένου ότι η τυποποιημένη διαφορά των πιστώσεων προς το ΑΕΠ παραμένει αρνητική από το γ΄ τρίμηνο του 2012 και, με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, το δ΄ τρίμηνο του 2025 διαμορφώθηκε σε -18,1 ποσοστιαίες μονάδες.

Επιπλέον, η Τράπεζα της Ελλάδος εξετάζει πρόσθετους δείκτες για τη δημιουργία και συσσώρευση κυκλικών συστημικών κινδύνων, που αφορούν τις πιστωτικές εξελίξεις, τη δανειακή επιβάρυνση του ιδιωτικού τομέα, τα οικιστικά και επαγγελματικά ακίνητα, τις εξωτερικές ανισορροπίες, τον τραπεζικό τομέα και τις αγορές κεφαλαίων (βλ. συνημμένο πίνακα «Δείκτες κυκλικού συστημικού κινδύνου»). Η ανάλυση των πρόσθετων δεικτών αναδεικνύει μεν την απαρχή συσσώρευσης κυκλικών συστημικών κινδύνων σε επιμέρους τομείς, όπως η χρηματοδότηση των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, οι τιμές των οικιστικών ακινήτων και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, αλλά συνολικά επιβεβαιώνει την εκτίμηση περί απουσίας υπέρμετρης πιστωτικής επέκτασης.

Συμπερασματικά, οι κυκλικοί συστημικοί κίνδυνοι στην Ελλάδα για το γ΄ τρίμηνο του 2026 παραμένουν περιορισμένοι και το περιβάλλον κινδύνου εμφανίζεται ουδέτερο.

Στο πλαίσιο αυτό, η Τράπεζα της Ελλάδος δεν κρίνει αναγκαία τη μεταβολή του ποσοστού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας για την Ελλάδα, το οποίο παραμένει στο 0,5%, δηλ. στο επίπεδο του επιδιωκόμενου ποσοστού θετικού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας σε ουδέτερο περιβάλλον κινδύνου. Το ποσοστό αυτό ορίστηκε με την Πράξη Εκτελεστικής Επιτροπής 248/1/06.10.2025 με εφαρμογή από 1ης Οκτωβρίου 2026.

Επισημαίνεται ότι η Τράπεζα της Ελλάδος έχει υιοθετήσει τo θετικό αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας σε ουδέτερο περιβάλλον κινδύνου στην Ελλάδα, το οποίο ενεργοποιείται σε πρώιμο στάδιο του οικονομικού και χρηματοπιστωτικού κύκλου, όταν οι κυκλικοί συστημικοί κίνδυνοι δεν είναι ούτε υποτονικοί ούτε αυξημένοι. Για την περίοδο από 1.10.2025 έως 30.09.2026 το ποσοστό αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας που τηρούν τα πιστωτικά ιδρύματα είναι 0,25%, σύμφωνα με την Πράξη Εκτελεστικής Επιτροπής 235/2/07.10.2024.

Συντάκτης


Δείτε Επίσης

Τελευταία άρθρα