Τα 23 δισ. της επόμενης ημέρας, οι τράπεζες έσφιξαν την κάνουλα των δανείων και πρωταθλήτρια στη μείωση του χρέους η Ελλάδα

Το Ταμείο Ανάκαμψης μπορεί να βρίσκεται στην τελική ευθεία, όμως στο οικονομικό επιτελείο το βλέμμα έχει ήδη στραφεί στην επόμενη ημέρα. Το νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030, με πόρους περίπου 23 δισ. ευρώ, δεν παρουσιάστηκε μόνο ως ένα ακόμη χρηματοδοτικό εργαλείο, αλλά ως η απάντηση στο ερώτημα που απασχολεί εδώ και μήνες την αγορά: τι θα διαδεχθεί το RRF όταν ολοκληρωθεί ο κύκλος των ευρωπαϊκών επιχορηγήσεων.

Το μήνυμα που επιχειρεί να περάσει η κυβέρνηση είναι ότι οι δημόσιες επενδύσεις δεν θα γνωρίσουν «κενό χρηματοδότησης». Αντίθετα, φιλοδοξεί να δημιουργήσει έναν μόνιμο μηχανισμό επενδυτικού σχεδιασμού, με σταθερούς εθνικούς πόρους και πολυετή προγραμματισμό, κάτι που ζητούσαν διαχρονικά οι επιχειρήσεις και ο κατασκευαστικός κλάδος.

Στην αγορά, πάντως, το ενδιαφέρον εστιάζεται λιγότερο στο ύψος των κονδυλίων και περισσότερο στην ταχύτητα υλοποίησης. Οι μεγάλοι όμιλοι υποδομών, ενέργειας, τεχνολογίας και περιβάλλοντος βλέπουν να διαμορφώνεται ένας νέος κύκλος έργων, ο οποίος μπορεί να διατηρήσει υψηλό τον επενδυτικό ρυθμό και μετά το 2026. Ταυτόχρονα, οι περιφέρειες αποκτούν πιο ενεργό ρόλο στη διαχείριση των πόρων, γεγονός που αναμένεται να ανοίξει νέες ευκαιρίες για μικρότερες επιχειρήσεις και τοπικά επενδυτικά σχήματα.

Το ζητούμενο, ωστόσο, δεν είναι μόνο οι εξαγγελίες. Η αγορά θα αξιολογήσει το νέο ΕΠΑ από την ταχύτητα των δημοπρατήσεων, την ωρίμανση των έργων και την απορρόφηση των πόρων. Γιατί, όπως παραδέχονται στελέχη της οικονομίας, η πραγματική πρόκληση δεν είναι να ανακοινωθούν τα 23 δισ. ευρώ, αλλά να μετατραπούν έγκαιρα σε επενδύσεις, συμβάσεις και ανάπτυξη.

*******

Η εικόνα που διαμορφώνεται στους διαδρόμους των ευρωπαϊκών τραπεζών μόνο καθησυχαστική δεν είναι. Η τελευταία Έρευνα Τραπεζικών Χορηγήσεων της ΕΚΤ αποκαλύπτει ότι οι διοικήσεις των τραπεζών επιλέγουν να κινηθούν με ακόμη μεγαλύτερη προσοχή, σφίγγοντας τα κριτήρια χορηγήσεων τόσο προς τις επιχειρήσεις όσο και προς τα νοικοκυριά. Και πίσω από αυτή τη στάση βρίσκεται ένας παράγοντας που μέχρι πριν από λίγους μήνες δεν είχε τόσο έντονη βαρύτητα: η γεωπολιτική αβεβαιότητα.

Στις τραπεζικές αίθουσες διαχείρισης κινδύνου, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και η αβεβαιότητα γύρω από τις σχέσεις ΗΠΑ – Ιράν έχουν επιστρέψει στην κορυφή της ατζέντας. Η άνοδος των τιμών της ενέργειας και η πιθανότητα νέων αναταράξεων οδηγούν τα πιστωτικά ιδρύματα σε πιο συντηρητικές αποφάσεις, ιδιαίτερα απέναντι σε κλάδους με αυξημένη έκθεση, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία.

Το ενδιαφέρον, πάντως, είναι ότι η εικόνα της οικονομίας δεν είναι μονοδιάστατη. Παρά τη μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα των τραπεζών, οι επιχειρήσεις δείχνουν να επιστρέφουν σταδιακά στην αγορά δανεισμού, αναζητώντας κεφάλαια για επενδύσεις, κεφάλαιο κίνησης και αναχρηματοδοτήσεις. Πρόκειται για μια ένδειξη ότι η πραγματική οικονομία εξακολουθεί να αναζητά χρηματοδότηση, ακόμη και σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους χρήματος.

Το μήνυμα που εκπέμπει η ΕΚΤ λίγες ημέρες πριν από τη συνεδρίαση της νομισματικής πολιτικής είναι σαφές: η μάχη κατά του πληθωρισμού μπορεί να έχει περάσει σε νέα φάση, όμως οι κίνδυνοι για την οικονομία δεν έχουν υποχωρήσει. Αντίθετα, μετατοπίζονται από το μέτωπο των επιτοκίων στο μέτωπο της γεωπολιτικής, με τις τράπεζες να προετοιμάζονται ήδη για ένα ακόμη τρίμηνο αυστηρότερων πιστωτικών πολιτικών. Για τις επιχειρήσεις, αυτό σημαίνει ότι η πρόσβαση στη χρηματοδότηση θα παραμείνει επιλεκτική, ενώ για τους επενδυτές αποτελεί ακόμη μία υπενθύμιση ότι η πορεία της οικονομίας θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τις αποφάσεις της ΕΚΤ, αλλά και από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.

*******

Η νέα εικόνα του ελληνικού δημόσιου χρέους περνά ίσως κάτω από τα ραντάρ της καθημερινής ειδησεογραφίας, όμως στις αγορές και στους οίκους αξιολόγησης κάθε άλλο παρά απαρατήρητη περνά. Τα στοιχεία της Eurostat επιβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα παραμένει η χώρα με το υψηλότερο χρέος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά ταυτόχρονα είναι και εκείνη που το μειώνει με τον ταχύτερο ρυθμό.

Η μείωση κατά 9,4 ποσοστιαίες μονάδες σε ετήσια βάση και κατά 2,6 μονάδες σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο δεν αποτελεί απλώς μια στατιστική επίδοση. Στην πραγματικότητα ενισχύει το βασικό αφήγημα που προβάλλει η χώρα προς τους επενδυτές: ότι η δημοσιονομική εξυγίανση συνεχίζεται παρά το αβέβαιο διεθνές περιβάλλον.

Βεβαίως, κανείς δεν παραβλέπει ότι το ελληνικό χρέος εξακολουθεί να βρίσκεται στο 143,5% του ΑΕΠ, το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αρκετά πάνω από την Ιταλία και τη Γαλλία. Ωστόσο, αυτό που φαίνεται να αξιολογούν πλέον περισσότερο οι αγορές είναι η δυναμική της αποκλιμάκωσης και όχι μόνο το απόλυτο μέγεθος.

Δεν είναι τυχαίο ότι την ώρα που ο μέσος δείκτης χρέους στην ευρωζώνη αυξήθηκε στο 88,9% και στην ΕΕ στο 82,9%, η Ελλάδα κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη υποχώρηση τόσο σε ετήσια όσο και σε τριμηνιαία βάση.

Η συγκεκριμένη εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς συμπίπτει με μια περίοδο αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας και υψηλότερου κόστους δανεισμού. Για την κυβέρνηση αποτελεί ισχυρό επιχείρημα δημοσιονομικής αξιοπιστίας, ενώ για τις αγορές λειτουργεί ως ακόμη μία ένδειξη ότι η Ελλάδα συνεχίζει να βελτιώνει τα θεμελιώδη μεγέθη της, διατηρώντας το δημόσιο χρέος σε σταθερή τροχιά αποκλιμάκωσης, παρά τις εξωτερικές πιέσεις.

Συντάκτης

  • eidikos synergatis

    Η δημοσιογραφία δεν γράφει απλώς την ιστορία της ημέρας· φωτίζει όσα κάποιοι θα προτιμούσαν να μείνουν στο σκοτάδι.

    View all posts

Δείτε Επίσης

Τελευταία άρθρα