Η Ελλάδα σβήνει το αποτύπωμα της κρίσης – Δύο ιστορικά ορόσημα για το χρέος

Η ταχεία αποκλιμάκωση του ελληνικού δημόσιου χρέους εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες ενίσχυσης της αξιοπιστίας της ελληνικής οικονομίας και της επενδυτικής της εικόνας, δημιουργώντας νέα δεδομένα τόσο για τις αγορές όσο και για το Χρηματιστήριο Αθηνών. Μετά από μία δεκαπενταετία δημοσιονομικής κρίσης και μνημονίων, η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε δύο ιστορικά ορόσημα που σηματοδοτούν την επιστροφή της σε επίπεδα χρέους που μέχρι πριν από λίγα χρόνια έμοιαζαν απρόσιτα.

Το πρώτο ορόσημο αφορά το 2026, καθώς σύμφωνα με τις προβλέψεις του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ αναμένεται να υποχωρήσει στο 136,8%, από 146,1% το 2025, περνώντας για πρώτη φορά από το 2010 κάτω από το όριο του 140% του ΑΕΠ. Πρόκειται για επίπεδα με ιδιαίτερο συμβολισμό, καθώς το 2010, όταν το δημόσιο χρέος είχε εκτιναχθεί στο 146% του ΑΕΠ, η χώρα οδηγήθηκε στην εποχή των μνημονίων και των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής.

Το δεύτερο μεγάλο ορόσημο τοποθετείται στο 2029, όταν το δημόσιο χρέος προβλέπεται να υποχωρήσει στο 119% του ΑΕΠ, κάτω από το όριο του 120%, το οποίο θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό από τις διεθνείς αγορές και τους οίκους αξιολόγησης για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους.

Οι προβλέψεις του υπουργείου δείχνουν σταθερή αποκλιμάκωση και σε απόλυτα μεγέθη. Το δημόσιο χρέος εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στα 357,5 δισ. ευρώ το 2026, θα μειωθεί στα 355,8 δισ. ευρώ το 2027, στα 349,8 δισ. ευρώ το 2028 και στα 346 δισ. ευρώ το 2029, επιβεβαιώνοντας ότι η αποκλιμάκωση δεν περιορίζεται μόνο στον λόγο χρέους προς ΑΕΠ αλλά αφορά και το συνολικό ύψος των υποχρεώσεων του Δημοσίου.

Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου (ΕΔΣ), η θετική αυτή πορεία οφείλεται κυρίως στην ισχυρή ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και στη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων. Η συμβολή των πρωτογενών πλεονασμάτων στη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ ανήλθε στις 4,9 ποσοστιαίες μονάδες το 2025, ενώ για το 2026 εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στις 3,2 ποσοστιαίες μονάδες. Παράλληλα, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η στρατηγική ενεργούς διαχείρισης του χρέους μέσω των συνεχών πρόωρων αποπληρωμών δανείων από το υπουργείο Οικονομικών και τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ).

Η έκθεση του ΕΔΣ υπενθυμίζει ότι κατά την περίοδο των τριών μνημονίων, από το 2010 έως το 2018, η Ελλάδα άντλησε συνολικά 288,7 δισ. ευρώ μέσω των μηχανισμών στήριξης της Ευρωζώνης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Τα κεφάλαια αυτά προήλθαν από τα διμερή δάνεια της ευρωζώνης (GLF), το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM) και το ΔΝΤ, με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους χρηματοδότησης.

Το σκέλος του δανεισμού από το ΔΝΤ, συνολικού ύψους 32,1 δισ. ευρώ, έχει ήδη εξοφληθεί πλήρως από τον Απρίλιο του 2022. Σήμερα, το ανεξόφλητο υπόλοιπο των δανείων από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς διαμορφώνεται στα 211,4 δισ. ευρώ, με χρονικό ορίζοντα αποπληρωμής έως το 2070.

Από το ποσό αυτό, περίπου 26,3 δισ. ευρώ αφορούν τα διμερή διακρατικά δάνεια του πρώτου προγράμματος (GLF). Η Ελλάδα έχει επιταχύνει σημαντικά την αποπληρωμή τους. Τον Δεκέμβριο του 2024 εξοφλήθηκαν πρόωρα 7,94 δισ. ευρώ, καλύπτοντας λήξεις των ετών 2026-2028, ενώ έναν χρόνο αργότερα ακολούθησε νέα πρόωρη αποπληρωμή 5,29 δισ. ευρώ, που αφορούσε υποχρεώσεις της περιόδου 2033-2041. Παράλληλα, ο ΟΔΔΗΧ ανακοίνωσε νέα πρόωρη εξόφληση περίπου 7 δισ. ευρώ, η οποία καλύπτει δόσεις με αρχικές λήξεις το 2029 και τα έτη 2033-2035.

Με βάση τον σχεδιασμό, στο τέλος του 2026 θα απομένουν περίπου 19 δισ. ευρώ από τα συγκεκριμένα δάνεια, τα οποία προβλέπεται να εξοφληθούν πρόωρα έως το 2031, με ετήσιες καταβολές περίπου 5 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο, η στρατηγική αυτή μειώνει τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ, περιορίζει το κόστος εξυπηρέτησης μέσω χαμηλότερων δαπανών τόκων, σταθεροποιεί τις μεσοπρόθεσμες χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου και ενισχύει περαιτέρω το πιστωτικό προφίλ της χώρας.

Παράλληλα, από τα δάνεια του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), συνολικού ύψους 141,8 δισ. ευρώ, παραμένουν ανεξόφλητα περίπου 125,7 δισ. ευρώ, με την αποπληρωμή τους να εκτείνεται έως το 2070. Αντίστοιχα, τα δάνεια ύψους 58,8 δισ. ευρώ που χορηγήθηκαν από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM) κατά το τρίτο πρόγραμμα στήριξης θα αρχίσουν να αποπληρώνονται από το 2034, με ολοκλήρωση έως το 2060.

Η σταθερή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους λόγους για τους οποίους οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης και οι μεγάλοι επενδυτικοί οργανισμοί εμφανίζονται ολοένα και πιο αισιόδοξοι για την ελληνική οικονομία. Η βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών ενισχύει την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας, μειώνει το κόστος δανεισμού, δημιουργεί μεγαλύτερο δημοσιονομικό χώρο για την άσκηση οικονομικής πολιτικής και λειτουργεί υποστηρικτικά τόσο για τις ελληνικές τράπεζες όσο και για το Χρηματιστήριο Αθηνών, το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις αγορές με τις ισχυρότερες αναπτυξιακές προοπτικές στην Ευρώπη.

Συντάκτης


Δείτε Επίσης

Τελευταία άρθρα