Σημαντικές αλλαγές στα σταθερά τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος δρομολογεί η Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ), η οποία σύμφωνα με πληροφορίες αναμένεται έως το τέλος του μήνα να θεσπίσει ανώτατο όριο στα πάγια των μπλε τιμολογίων, επιχειρώντας να περιορίσει πρακτικές που αυξάνουν το πραγματικό κόστος για τα νοικοκυριά χωρίς αυτό να γίνεται άμεσα αντιληπτό.
Σήμερα στην αγορά καταγράφονται πάγια που φθάνουν ακόμη και τα 15,90 ευρώ τον μήνα, τα οποία αλλοιώνουν σημαντικά την τελική τιμή της κιλοβατώρας. Για ένα μέσο νοικοκυριό με μηνιαία κατανάλωση 330 kWh, ένα τέτοιο πάγιο αυξάνει την πραγματική τιμή της ενέργειας κατά περίπου 4,8 λεπτά ανά κιλοβατώρα. Έτσι, ένα πρόγραμμα που διαφημίζεται με χρέωση 13 έως 17 λεπτών ανά κιλοβατώρα καταλήγει να κοστίζει στην πράξη περίπου 17,8 έως 21,8 λεπτά, όταν συνυπολογιστεί το πάγιο.
Η ΡΑΑΕΥ επιδιώκει να ενισχύσει τη διαφάνεια και τη συγκρισιμότητα των προϊόντων, καθώς αρκετοί καταναλωτές εστιάζουν αποκλειστικά στη χρέωση ενέργειας και όχι στο συνολικό μηνιαίο κόστος, με αποτέλεσμα να οδηγούνται σε επιλογές που τελικά αποδεικνύονται ακριβότερες.
Η γεωπολιτική αβεβαιότητα άλλαξε την εμπορική πολιτική των παρόχων
Η σχεδιαζόμενη παρέμβαση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι εταιρείες προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας έχουν αναπροσαρμόσει τη στρατηγική τους, επηρεασμένες από τη μεταβλητότητα στις διεθνείς αγορές ενέργειας και τις γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Τα ιδιαίτερα χαμηλά σταθερά τιμολόγια των 9 έως 11 λεπτών ανά κιλοβατώρα, που κυριάρχησαν τους πρώτους μήνες της ενεργειακής κρίσης, έχουν πλέον σχεδόν εξαφανιστεί. Στη θέση τους βρίσκονται προγράμματα με χρεώσεις 13 έως και άνω των 17 λεπτών, συνοδευόμενα σε αρκετές περιπτώσεις από σημαντικά αυξημένα πάγια.
Την ίδια στιγμή, οι πάροχοι προωθούν περισσότερο τα κυμαινόμενα κίτρινα τιμολόγια, τα οποία διαθέτουν χαμηλά ή ακόμη και μηδενικά πάγια. Ωστόσο, στα συγκεκριμένα προϊόντα ο καταναλωτής αναλαμβάνει ουσιαστικά το κόστος της μεταβλητότητας της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Τα σταθερά τιμολόγια παρέμειναν τα πιο οικονομικά το 2025
Παρά τις αυξημένες χρεώσεις και τα υψηλά πάγια, η ανάλυση της ΡΑΑΕΥ δείχνει ότι τα σταθερά μπλε τιμολόγια εξακολούθησαν να αποτελούν την πιο συμφέρουσα επιλογή για μεγάλο μέρος του 2025.
Η Αρχή αξιολόγησε δύο χαρακτηριστικά προφίλ καταναλωτών, με μηνιαία κατανάλωση 330 kWh και 660 kWh, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τη χρέωση ενέργειας όσο και τα πάγια. Για το μέσο νοικοκυριό των 330 kWh, τα σταθερά τιμολόγια ήταν η οικονομικότερη επιλογή στους οκτώ από τους δώδεκα μήνες του 2025.
Η ανάλυση επιβεβαιώνει ότι η επίδραση του παγίου διαφοροποιείται σημαντικά ανάλογα με την κατανάλωση. Σε νοικοκυριά με χαμηλή κατανάλωση, ακόμη και μία υψηλή πάγια χρέωση αυξάνει αισθητά το τελικό κόστος ανά κιλοβατώρα, ενώ σε υψηλότερες καταναλώσεις η επίδρασή της περιορίζεται.
Μετατόπιση των καταναλωτών προς τα μπλε τιμολόγια
Τα στοιχεία της ΡΑΑΕΥ δείχνουν ότι η αγορά συνέχισε να μετακινείται προς τα σταθερά προϊόντα κατά τη διάρκεια του 2025. Η μέση ετήσια ανταγωνιστική χρέωση διαμορφώθηκε στα 50,51 ευρώ για τα μπλε σταθερά τιμολόγια, έναντι 56,60 ευρώ για τα κυμαινόμενα κίτρινα και 60,98 ευρώ για τα ειδικά πράσινα τιμολόγια.
Παρά το γεγονός ότι τα πράσινα τιμολόγια εξακολουθούν να συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος των πελατών, το μερίδιό τους υποχώρησε στο 58% στο τέλος του 2025 από 72,67% ένα χρόνο νωρίτερα. Αντίθετα, τα σταθερά μπλε τιμολόγια υπερτριπλασίασαν ουσιαστικά τη συμμετοχή τους στην αγορά, με το μερίδιό τους να αυξάνεται από 13,3% σε 28,7%.
Η τάση είναι ακόμη πιο έντονη μεταξύ των ιδιωτών προμηθευτών, όπου τα σταθερά τιμολόγια αναδείχθηκαν στην κυρίαρχη επιλογή των πελατών, καταλαμβάνοντας μερίδιο 52,5%. Η εικόνα διαφοροποιείται από τη μεγάλη παρουσία της ΔΕΗ, η οποία εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικό αριθμό πελατών στα ειδικά πράσινα τιμολόγια.
Η επικείμενη απόφαση της ΡΑΑΕΥ αναμένεται να αποτελέσει κομβική παρέμβαση για την εύρυθμη λειτουργία της λιανικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς θα επιδιώξει να περιορίσει τις υπερβολικές πάγιες χρεώσεις, να ενισχύσει τη διαφάνεια στις προσφορές των παρόχων και να διευκολύνει τους καταναλωτές να συγκρίνουν το πραγματικό κόστος των διαθέσιμων προγραμμάτων.


