Ο ειλεός και η απόφραξη του εντέρου αποτελούν επείγουσες παθολογικές καταστάσεις που απαιτούν άμεση διάγνωση και θεραπεία, καθώς η καθυστέρηση στην αντιμετώπισή τους μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές επιπλοκές, όπως νέκρωση του εντέρου, περιτονίτιδα, σήψη και ακόμη και θάνατο. Η απόφραξη του εντέρου είναι η διακοπή της φυσιολογικής προώθησης του εντερικού περιεχομένου λόγω μηχανικού εμποδίου, ενώ ο ειλεός μπορεί να είναι είτε μηχανικός είτε παραλυτικός. Στον παραλυτικό ειλεό δεν υπάρχει φυσικό εμπόδιο, αλλά αδυναμία των εντερικών μυών να πραγματοποιήσουν τις φυσιολογικές περισταλτικές κινήσεις.
Αίτια
Τα συχνότερα αίτια της μηχανικής απόφραξης του λεπτού εντέρου είναι οι μετεγχειρητικές συμφύσεις, οι κήλες και οι όγκοι. Άλλα αίτια περιλαμβάνουν τις φλεγμονώδεις παθήσεις του εντέρου, τη συστροφή του εντέρου, τον εγκολεασμό και τα ξένα σώματα. Η απόφραξη του παχέος εντέρου προκαλείται συχνότερα από κακοήθεις όγκους, εκκολπωματική νόσο ή συστροφή του σιγμοειδούς. Αντίθετα, ο παραλυτικός ειλεός εμφανίζεται συνήθως μετά από χειρουργικές επεμβάσεις στην κοιλιά, σοβαρές λοιμώξεις, τραύματα, διαταραχές ηλεκτρολυτών ή ως ανεπιθύμητη ενέργεια ορισμένων φαρμάκων, όπως τα οπιοειδή.
Κλινική εικόνα
Η κλινική εικόνα εξαρτάται από το σημείο και τη βαρύτητα της απόφραξης. Τα κυριότερα συμπτώματα είναι ο έντονος κοιλιακός πόνος, η διάταση της κοιλιάς, η ναυτία, οι επανειλημμένοι έμετοι, η αδυναμία αποβολής κοπράνων και αερίων και η αφυδάτωση. Στην αρχή της μηχανικής απόφραξης παρατηρούνται έντονοι περισταλτικοί ήχοι, ενώ σε προχωρημένα στάδια ή στον παραλυτικό ειλεό οι εντερικοί ήχοι μειώνονται ή απουσιάζουν εντελώς. Η εμφάνιση πυρετού, ταχυκαρδίας, έντονου συνεχούς πόνου και σημείων περιτονίτιδας αποτελεί ένδειξη πιθανής ισχαιμίας ή διάτρησης του εντέρου και απαιτεί άμεση χειρουργική παρέμβαση.
Διάγνωση
Η διάγνωση βασίζεται στο ιστορικό, την κλινική εξέταση και τις απεικονιστικές εξετάσεις. Ο εργαστηριακός έλεγχος περιλαμβάνει γενική αίματος, ηλεκτρολύτες, ουρία, κρεατινίνη, γαλακτικό οξύ και δείκτες φλεγμονής, ώστε να εκτιμηθεί η γενική κατάσταση του ασθενούς και η πιθανότητα ισχαιμίας. Η απλή ακτινογραφία κοιλίας μπορεί να δείξει διατεταμένες εντερικές έλικες και υδραερικά επίπεδα, ενώ η αξονική τομογραφία κοιλίας αποτελεί την εξέταση εκλογής, καθώς εντοπίζει με ακρίβεια το σημείο της απόφραξης, την αιτία της και τυχόν επιπλοκές, όπως στραγγαλισμό ή διάτρηση.
Επείγουσα αντιμετώπιση
Η αντιμετώπιση ξεκινά με την άμεση σταθεροποίηση του ασθενούς. Αρχικά διακόπτεται η λήψη τροφής και υγρών από το στόμα (νηστεία), ενώ χορηγούνται ενδοφλέβια υγρά και ηλεκτρολύτες για την αποκατάσταση της αφυδάτωσης και των διαταραχών του οργανισμού. Τοποθετείται ρινογαστρικός σωλήνας για αποσυμπίεση του στομάχου, με στόχο τη μείωση των εμέτων και της διάτασης του εντέρου. Παράλληλα πραγματοποιείται συνεχής παρακολούθηση των ζωτικών σημείων, της διούρησης και των εργαστηριακών παραμέτρων. Εάν υπάρχει υποψία λοίμωξης, ισχαιμίας ή διάτρησης, χορηγούνται άμεσα ευρέος φάσματος ενδοφλέβια αντιβιοτικά.
Η οριστική θεραπεία εξαρτάται από το αίτιο της απόφραξης. Σε ορισμένες περιπτώσεις μηχανικής απόφραξης από συμφύσεις, όταν δεν υπάρχουν σημεία στραγγαλισμού ή περιτονίτιδας, μπορεί να εφαρμοστεί συντηρητική θεραπεία με στενή παρακολούθηση. Εάν όμως η κατάσταση δεν βελτιωθεί ή επιδεινωθεί, απαιτείται χειρουργική επέμβαση. Η επέμβαση μπορεί να περιλαμβάνει λύση συμφύσεων, αποκατάσταση κήλης, αφαίρεση όγκου, αποσυστροφή του εντέρου ή εκτομή του νεκρωμένου τμήματος του εντέρου με αναστόμωση ή δημιουργία προσωρινής ή μόνιμης στομίας, όταν αυτό είναι απαραίτητο.
Στον παραλυτικό ειλεό η θεραπεία επικεντρώνεται στην αντιμετώπιση της υποκείμενης αιτίας. Διορθώνονται οι ηλεκτρολυτικές διαταραχές, διακόπτονται φάρμακα που επιβραδύνουν την κινητικότητα του εντέρου, εξασφαλίζεται επαρκής ενυδάτωση και ενθαρρύνεται η έγκαιρη κινητοποίηση του ασθενούς μετά από χειρουργικές επεμβάσεις. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η εντερική λειτουργία αποκαθίσταται σταδιακά χωρίς να απαιτείται χειρουργική θεραπεία.
Ο ειλεός και η απόφραξη του εντέρου αποτελούν επείγουσες ιατρικές καταστάσεις με υψηλό κίνδυνο σοβαρών επιπλοκών εάν δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα. Η γρήγορη αναγνώριση των συμπτωμάτων, η άμεση διάγνωση και η σωστή θεραπευτική προσέγγιση είναι καθοριστικής σημασίας για τη μείωση της νοσηρότητας και της θνητότητας. Η στενή συνεργασία των ιατρών επειγόντων, των χειρουργών, των αναισθησιολόγων και του νοσηλευτικού προσωπικού συμβάλλει στην επιτυχή αντιμετώπιση των ασθενών και στη βελτίωση της πρόγνωσής τους.

