Ο θηλασμός δεν επηρεάζει μόνο το βάρος κατά τη διάρκεια της γαλουχίας – σύμφωνα με νέα μελέτη του Πανεπιστημίου του Όσλο, οι γυναίκες που θήλασαν για τουλάχιστον τρεις μήνες έχουν κατά μέσο όρο έως 6,5 κιλά λιγότερα αργότερα στη ζωή τους. Αυτό δείχνει ότι τα οφέλη του θηλασμού επεκτείνονται πέρα από την περίοδο του μωρού και μπορεί να έχουν μακροπρόθεσμες θετικές συνέπειες στην υγεία της μητέρας.
Μελέτη με χιλιάδες συμμετέχουσες
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δεδομένα από τη Μελέτη για τις Γυναίκες και την Υγεία, που περιλάμβανε περισσότερες από 170.000 γυναίκες στη Νορβηγία. Η μελέτη, δημοσιευμένη στο American Journal of Clinical Nutrition, ανέλυσε τη σχέση του θηλασμού με το βάρος της μητέρας μέχρι και 50 χρόνια μετά τη διακοπή του θηλασμού.
Η μεγαλύτερη επίδραση στις γυναίκες με υπερβολικό βάρος
Η διαφορά ήταν πιο εμφανής μεταξύ των γυναικών που ήταν υπέρβαρες ή παχύσαρκες πριν από την εγκυμοσύνη. Σύμφωνα με τον υποψήφιο διδάκτορα Thorbjørn Brun Skammelsrud, όσες θήλασαν για τρεις έως 15 μήνες απέκτησαν κατά μέσο όρο έως και 6,5 κιλά λιγότερα από τη νεαρή ενήλικη ζωή μέχρι τη μέση ηλικία σε σχέση με όσες θήλασαν λιγότερο.
Γυναίκες με φυσιολογικό βάρος και λιποβαρείς
Για γυναίκες με φυσιολογικό βάρος ως νεαρές ενήλικες, η διαφορά ήταν έως 3 κιλά, ενώ για τις λιποβαρείς γυναίκες ο θηλασμός δεν επηρέασε σημαντικά το βάρος αργότερα. Ο Skammelsrud επισημαίνει ότι ο βαθμός επίδρασης ποικίλει από γυναίκα σε γυναίκα, καθώς ο θηλασμός αυξάνει την ενεργειακή δαπάνη αλλά μπορεί ταυτόχρονα να ενισχύσει την όρεξη.
Σχέση με την καρδιαγγειακή υγεία
Η μελέτη θα χρησιμοποιηθεί σε περαιτέρω έρευνα για τον κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων στις μητέρες. Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η παρακολούθηση των γυναικών που είναι υπέρβαρες ή παχύσαρκες μπορεί να χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή μετά τον τοκετό, καθώς ο θηλασμός μπορεί να βοηθήσει στη διατήρηση ενός υγιούς βάρους μακροπρόθεσμα.
Η σημασία των σύγχρονων πρακτικών θηλασμού
Οι γυναίκες που συμμετείχαν στη μελέτη απέκτησαν παιδιά ήδη από τη δεκαετία του 1940, αλλά η θετική συσχέτιση ήταν πιο εμφανής στις γυναίκες που γέννησαν μετά το 1980, οι οποίες είναι πιο αντιπροσωπευτικές των σημερινών προτύπων θηλασμού και διατροφής. Στη Νορβηγία, οι οδηγίες συνιστούν στις μητέρες να θηλάζουν μερικώς για ένα χρόνο ή περισσότερο, αν τόσο η μητέρα όσο και το μωρό αισθάνονται άνετα.
Θηλασμός και δημόσια υγεία
Ο Skammelsrud τονίζει ότι η υποστήριξη του θηλασμού έχει θετική επίδραση στη δημόσια υγεία, καθώς βοηθά τις γυναίκες να διατηρήσουν ένα υγιές βάρος μακροπρόθεσμα. Παράλληλα, η μελέτη δείχνει ότι ορισμένες γυναίκες χρειάζονται επιπλέον υποστήριξη μετά τον τοκετό, ιδίως εκείνες που είναι υπέρβαρες ή παχύσαρκες.
Ο θηλασμός για τουλάχιστον τρεις μήνες δεν είναι μόνο ευεργετικός για το μωρό αλλά έχει και μακροχρόνια οφέλη για τη μητέρα, μειώνοντας την αύξηση βάρους δεκαετίες αργότερα. Η προώθηση του θηλασμού και η παροχή εξειδικευμένης υποστήριξης στις γυναίκες που επιθυμούν να θηλάσουν είναι σημαντικά βήματα για την υγεία της μητέρας και την πρόληψη μελλοντικών προβλημάτων βάρους και καρδιαγγειακής υγείας.

