Μια νέα έρευνα από το Πανεπιστήμιο της Νέας Νότιας Ουαλίας (UNSW) αναδεικνύει μια παραβλεπόμενη αιτία γαστρεντερικών λοιμώξεων στην Αυστραλία. Παρά το γεγονός ότι οι περισσότερες βακτηριακές γαστρεντερικές ασθένειες στη χώρα συνδέονται με τα γνωστά παθογόνα Campylobacter και Salmonella, τα τελευταία χρόνια φαίνεται να αναδύεται ένα λιγότερο γνωστό βακτήριο: το Aeromonas.
Οι λοιμώξεις από Aeromonas προκαλούν διάρροια, κοιλιακό άλγος, ναυτία και, σε σοβαρές περιπτώσεις, κολίτιδα ή ακόμα και λοιμώξεις αίματος, ιδίως σε ηλικιωμένους. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη φλεγμονώδους νόσου του εντέρου (IBD). Ωστόσο, η προέλευση αυτών των λοιμώξεων στην Αυστραλία παραμένει άγνωστη, καθώς οι μολύνσεις δεν φαίνεται να συνδέονται με πρόσφατα ταξίδια στο εξωτερικό.
Στατιστικά στοιχεία που προκαλούν ανησυχία
Η πρόσφατη μελέτη εξέτασε 90.291 δείγματα κοπράνων χρησιμοποιώντας δύο τύπους διαγνωστικών εργαλείων: PCR και βακτηριακή καλλιέργεια. Η Aeromonas ανιχνεύθηκε σε 3.125 δείγματα, ή περίπου 3,5% των εξετασθέντων ασθενών. Συγκριτικά, το Campylobacter ανιχνεύθηκε σε 6.571 δείγματα και η Salmonella σε 1.411, καθιστώντας το Aeromonas το δεύτερο πιο συχνό βακτηριακό εντερικό παθογόνο στην Αυστραλία μετά το Campylobacter.
Η υψηλή αυτή συχνότητα εξέπληξε τους ερευνητές, δεδομένου ότι οι μολύνσεις από Aeromonas συνήθως παρατηρούνται σε αναπτυσσόμενες χώρες με βρώμικο νερό. Σημαντικό είναι ότι οι ηλικιωμένοι φαίνεται να φιλοξενούν περισσότερα βακτήρια Aeromonas, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρών συμπτωμάτων.
Μυστηριώδης προέλευση και εποχικότητα
Αναλύοντας 92 γονιδιώματα Aeromonas, η ομάδα του UNSW διαπίστωσε ότι τρία είδη βακτηρίων ευθύνονται για τις περισσότερες λοιμώξεις στην Αυστραλία. Κάθε είδος εμφανίζει διαφορετικό προφίλ ηλικίας: το ένα προκαλεί περισσότερες λοιμώξεις σε νεαρούς ενήλικες, το άλλο σε μικρά παιδιά και ηλικιωμένους.
Παρατηρήθηκαν επίσης αυξημένα κρούσματα κατά τη διάρκεια θερμών μηνών, υποδηλώνοντας ότι η επίδραση της κλιματικής αλλαγής μπορεί να εντείνει το πρόβλημα. Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η διερεύνηση της προέλευσης των λοιμώξεων είναι κρίσιμη για τον περιορισμό τους, ενώ η απομόνωση και ανάλυση στελεχών από νερό, τρόφιμα και ψάρια μπορεί να ρίξει φως στις πιθανές πηγές.
Τοπική μετάδοση και διατροφικές πηγές
Η ομάδα εκτιμά ότι οι μολύνσεις μεταδίδονται τοπικά, πιθανώς μέσω εγχώριων πηγών ή εισαγόμενων τροφίμων. Ωστόσο, ο ακριβής τρόπος μετάδοσης παραμένει ασαφής. Ο Christopher Yuwono, διδακτορικός φοιτητής του UNSW και πρώτος συγγραφέας της μελέτης, τονίζει ότι τα ευρήματα υποδηλώνουν πολλαπλές πηγές μόλυνσης και όχι μόνο μία συγκεκριμένη αιτία.
Ο εντοπισμός των πηγών θα μπορούσε να οδηγήσει σε βελτιώσεις στις πολιτικές ασφάλειας τροφίμων και νερού, μειώνοντας τη μετάδοση και τα μελλοντικά κρούσματα. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα παθογόνα Aeromonas πρέπει να αντιμετωπίζονται σοβαρά από πολιτική άποψη, καθώς η επιδημιολογία τους δείχνει σταθερά υψηλή παρουσία σε δείγματα που καλύπτουν σχεδόν μια δεκαετία.
Βελτιωμένες διαγνωστικές μέθοδοι
Η μελέτη ανέδειξε επίσης διαφορές στην αποτελεσματικότητα των δύο κύριων μεθόδων ανίχνευσης, PCR και καλλιέργειας. Η διπλή δοκιμή, που χρησιμοποιεί και τις δύο τεχνικές, αποδείχθηκε σημαντικά πιο αποτελεσματική στην ανίχνευση του Aeromonas, καθώς και του Campylobacter και της Salmonella.
Η Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Li Zhang, επικεφαλής της μελέτης, προτείνει τη χρήση διπλών εξετάσεων ως κανόνα για γαστρεντερικά βακτηριακά παθογόνα, αν και δεν διαθέτουν όλα τα εργαστήρια τις απαραίτητες υποδομές. Η βελτιωμένη διάγνωση θα ενισχύσει την κλινική πρακτική και την επιτήρηση των λοιμώξεων στην Αυστραλία και σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η έρευνα αναδεικνύει την ανάγκη για μεγαλύτερη επιστημονική προσοχή στο Aeromonas, ένα παραμελημένο αλλά συχνό βακτηριακό παθογόνο. Η διερεύνηση των πηγών μόλυνσης και η εφαρμογή βελτιωμένων διαγνωστικών μεθόδων μπορούν να μειώσουν σημαντικά τα κρούσματα γαστρεντερικών λοιμώξεων και να βελτιώσουν την προστασία της δημόσιας υγείας στην Αυστραλία.
Η μελέτη επισημαίνει επίσης ότι οι ηλικιωμένοι και οι ευάλωτοι πληθυσμοί χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής, ενώ η εποχικότητα υπογραμμίζει τη σημασία της πρόληψης σε περιόδους υψηλών θερμοκρασιών. Οι πολιτικές δημόσιας υγείας που ενσωματώνουν αυτά τα δεδομένα θα μπορούσαν να περιορίσουν την εξάπλωση και να προστατεύσουν καλύτερα τον πληθυσμό.


