Η πρώιμη εμμηναρχή, δηλαδή η έναρξη της πρώτης περιόδου πριν από τα 12 χρόνια, αποτελεί σημαντικό παράγοντα που συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο για διάφορες ασθένειες και προβλήματα υγείας αργότερα στη ζωή. Η ηλικία έναρξης της εμμήνου ρύσεως αποτελεί δείκτη της ανάπτυξης και της ορμονικής λειτουργίας του σώματος και επηρεάζει το μεταβολισμό, το ανοσοποιητικό σύστημα και τον τρόπο με τον οποίο το σώμα διαχειρίζεται το στρες και άλλους παράγοντες κινδύνου.

Ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η πρώιμη εμμηναρχή συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο νόσων είναι η επίδραση των ορμονών, κυρίως των οιστρογόνων και προγεστερόνης, στον οργανισμό. Οι αυξημένες και πιο μακρόχρονα ενεργές ορμόνες μπορεί να προάγουν την ανάπτυξη καρκίνων του μαστού και των ωοθηκών, αφού οι ορμόνες αυτές αυξάνουν το ποσοστό των κυτταρικών διαιρέσεων στους αντίστοιχους ιστούς. Μελέτες έχουν δείξει ότι οι γυναίκες που έχουν πρώιμη εμμηναρχή έχουν αυξημένο κίνδυνο για καρκίνο του μαστού, με αυξημένα ποσοστά σε σχέση με αυτές που ξεκινούν την περίοδο τους σε μεγαλύτερη ηλικία.
Επιπλέον, η πρώιμη εμμηναρχή συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για μεταβολικά προβλήματα, όπως η παχυσαρκία, ο διαβήτης τύπου 2 και η υπέρταση. Ο λόγος είναι ότι η πρώιμη έναρξη της περιόδου συχνά συνοδεύεται από πιο νωρίς την έναρξη της σεξουαλικής και οστεοποιητικής ανάπτυξης, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει τον μεταβολισμό και την καρδιαγγειακή υγεία. Οι μεταβολικές διαταραχές αυτές αυξάνουν τον κίνδυνο για καρδιαγγειακές παθήσεις, οι οποίες αποτελούν κύρια αιτία θανάτου στις σύγχρονες κοινωνίες.

Επίσης, η πρώιμη εμμηναρχή έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο για ψυχολογικές διαταραχές, όπως η κατάθλιψη και το άγχος, πιθανόν λόγω των ορμονικών αλλαγών και της κοινωνικής πίεσης. Επιπλέον, η πρώιμη έναρξη της εμμήνου ρύσεως μπορεί να σχετίζεται και με κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως η διατροφή, το άγχος και η οικογενειακή ιστορία.

