Η διάγνωση του καρκίνου αποτελεί μια από τις πιο δύσκολες εμπειρίες στη ζωή ενός ανθρώπου. Ωστόσο, πέρα από τη μάχη με την ασθένεια και τις θεραπείες, πολλοί νέοι ασθενείς έρχονται αντιμέτωποι με μια λιγότερο γνωστή αλλά ιδιαίτερα σημαντική συνέπεια: τα προβλήματα στη σεξουαλική ζωή τους. Νέα έρευνα δείχνει ότι οι σεξουαλικές δυσλειτουργίες είναι εξαιρετικά συχνές στους νέους ενήλικες που έχουν διαγνωστεί με καρκίνο, επηρεάζοντας την ποιότητα ζωής, τις σχέσεις και την ψυχική τους υγεία για χρόνια μετά τη θεραπεία.

Ένα πρόβλημα πιο συχνό από όσο πιστεύουμε
Σύμφωνα με μελέτες που παρακολούθησαν νέους ασθενείς ηλικίας 18 έως 39 ετών, περισσότεροι από τους μισούς αναφέρουν προβλήματα σεξουαλικής λειτουργίας ακόμη και δύο χρόνια μετά τη διάγνωση του καρκίνου. Μάλιστα, η πιθανότητα εμφάνισης τέτοιων δυσκολιών φαίνεται να αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου αντί να μειώνεται.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι η επιβίωση από τον καρκίνο δεν σημαίνει απαραίτητα επιστροφή στην καθημερινότητα χωρίς προβλήματα. Πολλοί νέοι άνθρωποι αντιμετωπίζουν μακροχρόνιες επιπτώσεις που αφορούν την ερωτική ζωή, την αυτοπεποίθηση και την ικανότητά τους να διατηρούν στενές σχέσεις.
Ποια είναι τα συχνότερα προβλήματα
Τα προβλήματα διαφέρουν ανάλογα με το φύλο, τον τύπο του καρκίνου και τη θεραπεία που ακολουθήθηκε.
Οι συχνότερες δυσκολίες περιλαμβάνουν:
- Μειωμένη ερωτική επιθυμία.
- Δυσκολία διέγερσης.
- Πόνο κατά τη σεξουαλική επαφή.
- Δυσκολία επίτευξης οργασμού.
- Κόπωση που επηρεάζει τη σεξουαλική δραστηριότητα.
- Αρνητική εικόνα σώματος μετά από χειρουργικές επεμβάσεις ή θεραπείες.
- Άγχος και κατάθλιψη που μειώνουν την ερωτική διάθεση.
Σε έρευνα που αφορούσε νέες γυναίκες που είχαν νοσήσει από καρκίνο, σχεδόν δύο στις τρεις ανέφεραν τουλάχιστον ένα σημαντικό σεξουαλικό πρόβλημα. Η απώλεια ενδιαφέροντος για το σεξ, η δυσφορία και οι δυσκολίες στην ερωτική ικανοποίηση ήταν από τα συχνότερα παράπονα.
Γιατί συμβαίνει αυτό;
Οι θεραπείες του καρκίνου μπορεί να επηρεάσουν άμεσα τη λειτουργία του σώματος. Η χημειοθεραπεία, η ακτινοθεραπεία, οι χειρουργικές επεμβάσεις και οι ορμονικές θεραπείες συχνά προκαλούν αλλαγές στα νεύρα, τα αιμοφόρα αγγεία και τα επίπεδα ορμονών που σχετίζονται με τη σεξουαλική λειτουργία.
Παράλληλα, η ψυχολογική επιβάρυνση παίζει εξίσου σημαντικό ρόλο. Ο φόβος της υποτροπής, η αλλαγή στην εικόνα του σώματος και η απώλεια αυτοπεποίθησης μπορούν να επηρεάσουν έντονα την ερωτική ζωή ενός ατόμου. Οι ειδικοί αναφέρουν ότι η ψυχολογική δυσφορία αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους παράγοντες που συνδέονται με τη σεξουαλική δυσλειτουργία μετά τον καρκίνο.
Οι σχέσεις δοκιμάζονται
Ο καρκίνος επηρεάζει όχι μόνο τον ασθενή αλλά και τον σύντροφό του. Μελέτες έχουν δείξει ότι πολλοί νέοι ενήλικες βιώνουν αλλαγές στις σχέσεις τους μετά τη διάγνωση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η δυσκολία επικοινωνίας γύρω από τα σεξουαλικά προβλήματα δημιουργεί επιπλέον ένταση και απομάκρυνση μεταξύ των συντρόφων.
Παράλληλα, μαρτυρίες ασθενών σε κοινότητες υποστήριξης δείχνουν ότι πολλοί αισθάνονται πως δεν είχαν ενημερωθεί επαρκώς για τις πιθανές επιπτώσεις των θεραπειών στη σεξουαλική τους ζωή.
Τι μπορούν να κάνουν οι ασθενείς
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι τα προβλήματα αυτά δεν πρέπει να θεωρούνται αναπόφευκτα ή «ταμπού». Υπάρχουν διαθέσιμες παρεμβάσεις που μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται:
- Εξειδικευμένη συμβουλευτική για τη σεξουαλική υγεία.
- Ψυχολογική υποστήριξη.
- Θεραπεία ζεύγους.
- Φυσικοθεραπεία πυελικού εδάφους.
- Ιατρικές και φαρμακευτικές παρεμβάσεις όπου χρειάζεται.
- Ενημέρωση και εκπαίδευση των ασθενών κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Η ανάγκη για περισσότερη ενημέρωση
Οι ερευνητές τονίζουν ότι η σεξουαλική υγεία πρέπει να αποτελεί βασικό μέρος της φροντίδας των ασθενών με καρκίνο και όχι ένα θέμα που συζητείται μόνο όταν προκύψει πρόβλημα. Καθώς όλο και περισσότεροι νέοι άνθρωποι επιβιώνουν από τον καρκίνο, η ποιότητα ζωής μετά τη θεραπεία αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία.
Το μήνυμα των ειδικών είναι σαφές: τα σεξουαλικά προβλήματα μετά τον καρκίνο είναι συχνά, πραγματικά και αντιμετωπίσιμα. Η έγκαιρη ενημέρωση, η ανοιχτή επικοινωνία με τους γιατρούς και η αναζήτηση υποστήριξης μπορούν να βοηθήσουν τους νέους ασθενείς να ανακτήσουν σημαντικό μέρος της προσωπικής και συναισθηματικής τους ζωής.


