Μια νέα προσέγγιση στη γονιδιακή θεραπεία δημιουργεί ελπίδες για την αντιμετώπιση στην κληρονομική αιμοχρωμάτωση, μια ασθένεια που προκαλεί επικίνδυνη συσσώρευση σιδήρου στο σώμα. Ερευνητές από την Ιατρική Σχολή του Αννόβερου (MHH) κατάφεραν να βελτιώσουν μια τεχνική διόρθωσης γονιδίων, η οποία σε προκλινικές μελέτες έδειξε ότι μπορεί να αποκαταστήσει το γενετικό ελάττωμα που προκαλεί τη νόσο.
Η νέα μέθοδος χρησιμοποιεί προηγμένη τεχνολογία επεξεργασίας βάσης (base editing) και μεταφέρει τα θεραπευτικά μόρια μέσω λιπιδικών νανοσωματιδίων, μια προσέγγιση που θεωρείται ασφαλέστερη και πιο πρακτική σε σχέση με παλαιότερες τεχνικές που βασίζονταν σε ιικούς φορείς.
Η αιμοχρωμάτωση: Όταν το σώμα αποθηκεύει υπερβολικό σίδηρο
Η κληρονομική πρωτοπαθής αιμοχρωμάτωση, γνωστή και ως νόσος αποθήκευσης σιδήρου, είναι μία από τις συχνότερες γενετικές μεταβολικές διαταραχές στην Ευρώπη.
Στη συγκεκριμένη πάθηση, ο οργανισμός απορροφά περισσότερο σίδηρο από όσο χρειάζεται. Με την πάροδο του χρόνου, ο σίδηρος συσσωρεύεται σε ζωτικά όργανα, κυρίως στο ήπαρ, αλλά και στην καρδιά, το πάγκρεας και τις αρθρώσεις.
Η υπερφόρτωση σιδήρου μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές επιπλοκές όπως:
- χρόνια ηπατική βλάβη,
- κίρρωση του ήπατος,
- καρκίνο του ήπατος,
- διαβήτη,
- χρόνιο πόνο στις αρθρώσεις,
- καρδιακά προβλήματα.
Η βασική αιτία της νόσου είναι συνήθως μια μετάλλαξη στο γονίδιο HFE, το οποίο παίζει σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση της απορρόφησης σιδήρου από το έντερο.
Η μετάλλαξη που προκαλεί το πρόβλημα
Σε περισσότερους από 80% των ασθενών με κληρονομική αιμοχρωμάτωση υπάρχει μια συγκεκριμένη γενετική αλλαγή, γνωστή ως μετάλλαξη C282Y, σε αμφότερα τα αντίγραφα του γονιδίου HFE.
Η μετάλλαξη αυτή αλλάζει ένα μικρό δομικό στοιχείο της πρωτεΐνης HFE, με αποτέλεσμα η πρωτεΐνη να χάνει την ικανότητά της να ελέγχει σωστά την πρόσληψη σιδήρου.
Μέχρι σήμερα, η αντιμετώπιση της νόσου βασίζεται κυρίως σε επαναλαμβανόμενες αφαιμάξεις αίματος, ώστε να μειώνονται τα αποθέματα σιδήρου.
Ωστόσο, η διαδικασία αυτή χρειάζεται να συνεχίζεται για όλη τη ζωή και δεν είναι πάντα αποτελεσματική ή εύκολη για όλους τους ασθενείς.
Διόρθωση του γονιδιακού ελαττώματος αντί για αντιμετώπιση των συμπτωμάτων
Η ερευνητική ομάδα του MHH, με επικεφαλής τον καθηγητή Michael Ott και τον δρα Simon Krooss, ακολούθησε μια διαφορετική στρατηγική: αντί να περιορίσει απλώς την ποσότητα σιδήρου στον οργανισμό, προσπάθησε να διορθώσει την αρχική αιτία της νόσου.
Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν την τεχνολογία CRISPR/Cas, γνωστή ως «γενετικό ψαλίδι», αλλά με μια πιο εξελιγμένη μορφή που ονομάζεται επεξεργασία βάσης.
Σε αντίθεση με την κλασική γονιδιακή επεξεργασία, η οποία μπορεί να προκαλέσει διπλά σπασίματα στο DNA, η επεξεργασία βάσης τροποποιεί μόνο ένα συγκεκριμένο γενετικό «γράμμα» χωρίς να κόβει ολόκληρη την αλυσίδα του DNA.
Αυτό μειώνει τον κίνδυνο ανεπιθύμητων μεταλλάξεων.
Λιπιδικά νανοσωματίδια αντί για ιούς
Μια σημαντική βελτίωση της νέας μεθόδου αφορά τον τρόπο μεταφοράς της θεραπείας στα κύτταρα.
Παλαιότερα χρησιμοποιούνταν ιικοί φορείς, δηλαδή τροποποιημένοι ιοί που λειτουργούσαν σαν «οχήματα» μεταφοράς γενετικού υλικού.
Οι ερευνητές πλέον χρησιμοποιούν λιπιδικά νανοσωματίδια (LNPs), μια τεχνολογία που έγινε ευρέως γνωστή από τα εμβόλια mRNA.
Τα LNPs έχουν αρκετά πλεονεκτήματα:
- θεωρούνται ασφαλέστερα,
- μπορούν να παραχθούν ευκολότερα και οικονομικότερα,
- παραμένουν στο σώμα για περιορισμένο χρονικό διάστημα,
- μεταφέρουν το θεραπευτικό mRNA απευθείας στο ήπαρ.
Το mRNA λειτουργεί ως προσωρινές οδηγίες για την παραγωγή του εργαλείου γονιδιακής διόρθωσης και στη συνέχεια διασπάται φυσικά από τον οργανισμό.
Εντυπωσιακά αποτελέσματα στις δοκιμές
Η θεραπεία δοκιμάστηκε σε μοντέλα ποντικού, αλλά και σε ανθρώπινα ηπατικά κύτταρα που προέρχονταν από ασθενείς με αιμοχρωμάτωση.
Τα αποτελέσματα ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά:
- Στα ποντίκια διορθώθηκε έως και το 67% των ελαττωματικών γονιδιακών βάσεων.
- Στα ηπατικά κύτταρα ποντικού η επιτυχία έφτασε περίπου το 70%.
- Στα ανθρώπινα ηπατικά κύτταρα η διόρθωση ήταν περίπου 65%.
Οι ερευνητές σημειώνουν ότι ακόμη και διόρθωση περίπου του 50% των κυττάρων μπορεί να είναι αρκετή ώστε ο οργανισμός να παράγει αρκετή λειτουργική πρωτεΐνη HFE και να ρυθμίσει την απορρόφηση σιδήρου.
Παράλληλα, δεν εντοπίστηκαν σημαντικές ανεπιθύμητες αλλαγές σε άλλα σημεία του γονιδιώματος, γεγονός που ενισχύει την ασφάλεια της μεθόδου.
Το μέλλον της θεραπείας: Μία ένεση αντί για χρόνια θεραπεία
Αν τα αποτελέσματα επιβεβαιωθούν σε κλινικές δοκιμές σε ανθρώπους, η νέα τεχνολογία θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά την αντιμετώπιση της αιμοχρωμάτωσης.
Το όραμα των ερευνητών είναι μια θεραπεία που θα απαιτεί μία μόνο ένεση και θα μπορεί να προστατεύει τους ασθενείς από τις σοβαρές επιπλοκές της νόσου.
Μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε σημαντική αλλαγή στη σύγχρονη ιατρική, καθώς θα μετατόπιζε την αντιμετώπιση από τη διαχείριση των συμπτωμάτων στη διόρθωση της ίδιας της γενετικής αιτίας.
Παράλληλα, η επιτυχία αυτής της προσέγγισης μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για παρόμοιες θεραπείες σε πολλές άλλες κληρονομικές ασθένειες, όπου ένα συγκεκριμένο γενετικό ελάττωμα αποτελεί τη ρίζα του προβλήματος.

