Η Ολομέλεια της Βουλής ενέκρινε την άρση της βουλευτικής ασυλίας του Μάριου Σαλμά, μετά από μήνυση που έχει καταθέσει ο Άδωνις Γεωργιάδης για συκοφαντική δυσφήμιση. Η απόφαση επιτρέπει τη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης, χωρίς να αποτελεί κρίση επί της ουσίας των καταγγελιών.
Κατά την τοποθέτησή του στη Βουλή, ο κ. Σαλμάς ζήτησε να επανεξεταστεί η υπόθεση Novartis, παρουσιάζοντας εκτυπώσεις ηλεκτρονικών μηνυμάτων που, σύμφωνα με τον ίδιο, καταδεικνύουν επικοινωνίες του υπουργού Υγείας με τον Νίκο Μανιαδάκη και τον πρώην επικεφαλής της Novartis Hellas, Κωνσταντίνο Φρουζή.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έχουν μέχρι στιγμής αξιολογηθεί από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές ως νέα αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν την επανέναρξη της έρευνας.
Η απάντηση του Άδωνι Γεωργιάδη
Ο υπουργός Υγείας απάντησε μέσω ανάρτησής του, απορρίπτοντας τις καταγγελίες και τονίζοντας ότι δεν πρόκειται να αντιπαρατεθεί πολιτικά με τον κ. Σαλμά, αλλά μόνο ενώπιον της Δικαιοσύνης.
Όπως ανέφερε, παρά τους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν, εξακολουθεί να ασκεί κανονικά τα καθήκοντά του ως υπουργός Υγείας και εξέφρασε την εμπιστοσύνη του στην Ελληνική Δικαιοσύνη.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι όποιος αμφισβητεί την προσωπική και πολιτική του ακεραιότητα θα κληθεί να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στα δικαστήρια.
Τα ηλεκτρονικά μηνύματα και η νομική τους αξιολόγηση
Σημείο αιχμής της αντιπαράθεσης αποτέλεσαν τα ηλεκτρονικά μηνύματα που παρουσίασε ο κ. Σαλμάς.
Η ύπαρξη ενός ηλεκτρονικού μηνύματος ή στιγμιότυπου οθόνης, ακόμη και εφόσον αποδειχθεί η γνησιότητά του, δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει ποινική ευθύνη. Για να αποκτήσει πλήρη αποδεικτική αξία απαιτείται να εξεταστούν η προέλευση, η αυθεντικότητα, ο χρόνος αποστολής, η ακεραιότητα του ψηφιακού υλικού και το συνολικό περιεχόμενο της επικοινωνίας.
Επιπλέον, η επικοινωνία μεταξύ προσώπων που συνδέθηκαν με την υπόθεση Novartis δεν συνιστά αυτομάτως ένδειξη τέλεσης αξιόποινης πράξης. Η ύπαρξη ποινικών ευθυνών προϋποθέτει συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία που να συνδέουν την επικοινωνία με παράνομη ενέργεια ή αντάλλαγμα.
Η υπόθεση Μανιαδάκη
Μέρος της επιχειρηματολογίας του κ. Σαλμά αφορά τον ισχυρισμό ότι ο υπουργός γνώριζε την ταυτότητα του προστατευόμενου μάρτυρα Νίκου Μανιαδάκη.
Ωστόσο, η χρονική στιγμή κατά την οποία αποκτήθηκε μια τέτοια γνώση αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για οποιαδήποτε νομική αξιολόγηση. Το γεγονός ότι ένα πρόσωπο γνώριζε μεταγενέστερα την ταυτότητα του μάρτυρα δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι τη γνώριζε κατά τον χρόνο που εκείνος τελούσε υπό καθεστώς προστασίας.
Η ένορκη βεβαίωση
Ο κ. Σαλμάς αναφέρθηκε επίσης σε ένορκη βεβαίωση του Άδωνι Γεωργιάδη υπέρ του Νίκου Μανιαδάκη σε δικαστική υπόθεση.
Η κατάθεση ένορκης βεβαίωσης αποτελεί προβλεπόμενη δικαστική διαδικασία και από μόνη της δεν συνιστά παράνομη πράξη. Για να αποκτήσει ποινική διάσταση θα έπρεπε να προκύπτουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ψευδή κατάθεση ή σύνδεση με παράνομη συναλλαγή, κάτι που μέχρι στιγμής δεν έχει τεκμηριωθεί.
Η επικοινωνία με τον Κωνσταντίνο Φρουζή
Στα στοιχεία που παρουσιάστηκαν περιλαμβάνεται και επικοινωνία με τον πρώην επικεφαλής της Novartis Hellas, Κωνσταντίνο Φρουζή, σχετικά με αίτημα διαφημιστικής καταχώρισης.
Ο υπουργός Υγείας υποστηρίζει ότι το αίτημα έγινε σε χρονική περίοδο κατά την οποία δεν κατείχε το αξίωμα του υπουργού και ότι αφορούσε νόμιμη διαφημιστική προβολή σε μέσο ενημέρωσης.
Η συγκεκριμένη επικοινωνία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο πολιτικής αξιολόγησης, ωστόσο η ύπαρξή της δεν συνιστά από μόνη της απόδειξη δωροδοκίας ή άλλης αξιόποινης πράξης.
Η προηγούμενη εισαγγελική κρίση
Καθοριστικό στοιχείο της υπόθεσης αποτελεί το γεγονός ότι το σκέλος της δικογραφίας της Novartis που αφορούσε τον Άδωνι Γεωργιάδη τέθηκε στο αρχείο το 2022, μετά από πολυετή εισαγγελική έρευνα.
Η αρχειοθέτηση σημαίνει ότι οι εισαγγελικές αρχές δεν διαπίστωσαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για την άσκηση ποινικής δίωξης. Δεν πρόκειται για δικαστική αθώωση, καθώς η υπόθεση δεν έφτασε ποτέ σε ακροαματική διαδικασία, αποτελεί όμως την ισχύουσα εισαγγελική κρίση.
Μπορεί να ανοίξει ξανά η υπόθεση;
Η νομοθεσία προβλέπει ότι μια αρχειοθετημένη ποινική υπόθεση μπορεί να επανεξεταστεί μόνο εφόσον προκύψουν πραγματικά νέα και ουσιώδη αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία δεν είχαν αξιολογηθεί κατά την αρχική έρευνα και μπορούν να μεταβάλουν την εισαγγελική κρίση.
Το εάν τα στοιχεία που επικαλείται ο κ. Σαλμάς πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις αποτελεί αντικείμενο αποκλειστικής αξιολόγησης των αρμόδιων δικαστικών αρχών.


