Η Κυπριακή Δημοκρατία έφερε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ το ζήτημα της τουρκικής κατοχής, των αγνοουμένων και των προσφύγων, ασκώντας έντονη πίεση στην Άγκυρα για τη στάση της απέναντι σε κρίσιμα ανθρωπιστικά ζητήματα που παραμένουν ανοιχτά δεκαετίες μετά την τουρκική εισβολή του 1974.
Στο επίκεντρο των παρεμβάσεων βρέθηκαν οι αγνοούμενοι της Κύπρου, με τη Λευκωσία να καταγγέλλει ότι η Τουρκία εξακολουθεί να μην συνεργάζεται πλήρως στις έρευνες, αρνούμενη – σύμφωνα με τις κυπριακές θέσεις – πρόσβαση σε στρατιωτικά αρχεία και πιθανούς χώρους ταφής.
Η κυπριακή πλευρά έθεσε επίσης το ζήτημα των εκτοπισμένων και των προσφύγων που παραμένουν μακριά από τις περιουσίες και τα σπίτια τους εδώ και μισό αιώνα, κάνοντας λόγο για συνεχιζόμενη παραβίαση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων λόγω της κατοχής του βόρειου τμήματος της Κύπρου.
Σύμφωνα με τις τοποθετήσεις της Λευκωσίας, το Κυπριακό δεν αποτελεί «παγωμένη σύγκρουση», αλλά ένα διαρκές διεθνές ζήτημα εισβολής και κατοχής, με την Τουρκία να διατηρεί στρατεύματα στο κατεχόμενο τμήμα του νησιού και να συνεχίζει πολιτικές που – όπως υποστηρίζεται – παγιώνουν τη διχοτόμηση.
Η Άγκυρα απέρριψε τις κατηγορίες, κάνοντας λόγο για πολιτικοποίηση του ζητήματος και απορρίπτοντας τις αιτιάσεις περί παρεμπόδισης των ερευνών για τους αγνοούμενους.
Ωστόσο, η συζήτηση στο Συμβούλιο Ασφαλείας επανέφερε δυναμικά στο διεθνές προσκήνιο ένα από τα πιο ανοιχτά και ευαίσθητα ζητήματα του Κυπριακού, με τη Λευκωσία να επιχειρεί να αυξήσει τη διεθνή πίεση προς την Τουρκία για θέματα κατοχής, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ιστορικής ευθύνης.


