Στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης στον Καναδά βρίσκεται το σύστημα υγειονομικής κάλυψης για αιτούντες άσυλο, καθώς το Συντηρητικό Κόμμα ζητά επίσημη κοινοβουλευτική έρευνα σχετικά με το κόστος και το εύρος των παροχών. Η συζήτηση αφορά το Ομοσπονδιακό Πρόγραμμα Προσωρινής Υγειονομικής Κάλυψης (Interim Federal Health Program – IFHP), το οποίο παρέχει ιατρικές υπηρεσίες σε πρόσφυγες, αιτούντες άσυλο και άλλες προστατευόμενες κατηγορίες.

Ραγδαία αύξηση κόστους τα τελευταία χρόνια
Ένας βασικός λόγος που πυροδότησε την πολιτική διαμάχη είναι η σημαντική αύξηση του κόστους του προγράμματος. Σύμφωνα με έκθεση του κοινοβουλευτικού γραφείου προϋπολογισμού, οι δαπάνες έχουν υπερτετραπλασιαστεί μέσα σε λίγα χρόνια, φτάνοντας από περίπου 211 εκατομμύρια δολάρια το 2020 σε σχεδόν 896 εκατομμύρια για το οικονομικό έτος 2024-2025.
Οι προβλέψεις δείχνουν ότι το κόστος ενδέχεται να ξεπεράσει το 1,5 δισεκατομμύριο δολάρια ετησίως έως το 2028-2029, γεγονός που εντείνει τις ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του προγράμματος και την πίεση στους δημόσιους πόρους.
Παράλληλα, ο αριθμός των δικαιούχων αυξήθηκε σημαντικά: από περίπου 200.000 το 2020-2021 σε περίπου 624.000 το 2024-2025, με τη μεγάλη πλειονότητα να αποτελείται από αιτούντες άσυλο.
Τι καλύπτει το πρόγραμμα υγείας
Το IFHP παρέχει ένα ευρύ φάσμα υπηρεσιών. Περιλαμβάνει βασική ιατρική περίθαλψη, νοσοκομειακή φροντίδα και εργαστηριακές εξετάσεις, αλλά και πρόσθετες καλύψεις, όπως επείγουσες οδοντιατρικές υπηρεσίες, ορισμένες οφθαλμολογικές παροχές, ψυχολογική υποστήριξη και συνταγογραφούμενα φάρμακα.
Αυτές οι πρόσθετες καλύψεις βρίσκονται στο επίκεντρο της κριτικής των Συντηρητικών, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι αρκετές από αυτές τις υπηρεσίες δεν καλύπτονται πλήρως για πολλούς Καναδούς πολίτες μέσω των επαρχιακών συστημάτων υγείας.
Τα αιτήματα των Συντηρητικών
Το Συντηρητικό Κόμμα σκοπεύει να καταθέσει πρόταση στη Βουλή των Κοινοτήτων ζητώντας αναθεώρηση των παροχών και εντοπισμό τρόπων μείωσης του κόστους. Μεταξύ των βασικών προτάσεων είναι ο περιορισμός της κάλυψης για αιτούντες άσυλο των οποίων το αίτημα έχει απορριφθεί, ώστε να δικαιούνται μόνο επείγουσα, σωτήρια περίθαλψη.
Επίσης, προτείνεται η υποχρεωτική ετήσια έκθεση προς το κοινοβούλιο σχετικά με τη χρήση του προγράμματος, με ιδιαίτερη έμφαση στις πρόσθετες παροχές.
Επιχειρήματα για διαφάνεια και έλεγχο
Οι Συντηρητικοί υποστηρίζουν ότι η συνεχής αύξηση του κόστους δημιουργεί ανησυχίες για τη διαχείριση των δημόσιων πόρων και την ισορροπία μεταξύ ανθρωπιστικής πολιτικής και οικονομικής βιωσιμότητας. Επισημαίνουν επίσης ότι το αυξανόμενο πλήθος εκκρεμών αιτήσεων ασύλου — περίπου 300.000 — συμβάλλει στη διόγκωση των δαπανών.
Παράλληλα, τονίζουν ότι το σύστημα υγείας του Καναδά αντιμετωπίζει ήδη πιέσεις, με μεγάλες λίστες αναμονής και ελλείψεις προσωπικού, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη διαφάνεια στη χρήση των πόρων.
Η στάση της κυβέρνησης και τα νέα μέτρα
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει ήδη ανακοινώσει μέτρα για περιορισμό των δαπανών. Από τον Μάιο, εισάγεται συμμετοχή κόστους για ορισμένες πρόσθετες παροχές και φάρμακα, με τους δικαιούχους να καλούνται να καλύπτουν περίπου το 30% του κόστους και μικρή χρέωση ανά συνταγή.
Τα μέτρα αυτά εντάσσονται σε ευρύτερη προσπάθεια εξοικονόμησης περίπου 15% των δαπανών του προγράμματος μέσα στα επόμενα χρόνια.
Η ευρύτερη πολιτική διάσταση
Η συζήτηση γύρω από τα επιδόματα υγείας συνδέεται στενά με τη γενικότερη πολιτική αντιπαράθεση για τη μεταναστευτική πολιτική του Καναδά. Οι Συντηρητικοί υποστηρίζουν ότι η αύξηση των αιτήσεων ασύλου και οι καθυστερήσεις στη διαδικασία εξέτασης επιβαρύνουν το σύστημα.

Από την άλλη πλευρά, οργανώσεις υπέρ των προσφύγων τονίζουν ότι η πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη αποτελεί βασικό ανθρώπινο δικαίωμα και είναι απαραίτητη για την προστασία της δημόσιας υγείας.
Η αντιπαράθεση για τα επιδόματα υγείας σε αιτούντες άσυλο στον Καναδά αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη συζήτηση για τη διαχείριση της μετανάστευσης, τη βιωσιμότητα των κοινωνικών συστημάτων και την ισορροπία μεταξύ ανθρωπισμού και οικονομικής ευθύνης. Με το κόστος να αυξάνεται και τις πολιτικές πιέσεις να εντείνονται, το θέμα αναμένεται να παραμείνει στο επίκεντρο της πολιτικής ατζέντας τους επόμενους μήνες.

