Την ανάγκη για αυστηρότερα δημοσιονομικά μέτρα σε προϊόντα που συνδέονται άμεσα με σοβαρούς κινδύνους για την υγεία αναδεικνύει η πρόσφατη παρέμβαση του Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Στο επίκεντρο βρίσκονται τα αναψυκτικά με υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη και τα αλκοολούχα ποτά, η υπερκατανάλωση των οποίων επιβαρύνει σημαντικά τα συστήματα υγείας παγκοσμίως.

Η προσέγγιση αυτή βασίζεται στην αρχή ότι η τιμή ενός προϊόντος επηρεάζει άμεσα τη συμπεριφορά των καταναλωτών. Η αύξηση της φορολογίας θεωρείται εργαλείο δημόσιας υγείας, με στόχο τον περιορισμό της κατανάλωσης και τη μείωση της έκθεσης του πληθυσμού σε παράγοντες κινδύνου.
Γιατί στοχεύονται αναψυκτικά και αλκοόλ
Η επιστημονική τεκμηρίωση δείχνει ότι η συστηματική κατανάλωση ζαχαρούχων ποτών συνδέεται με αυξημένα ποσοστά παχυσαρκίας, σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 και καρδιαγγειακών νοσημάτων. Αντίστοιχα, το αλκοόλ σχετίζεται με ηπατικές παθήσεις, καρκίνο, καρδιακά προβλήματα αλλά και σοβαρές κοινωνικές επιπτώσεις.
Σύμφωνα με τη λογική των «φόρων υγείας», τα προϊόντα που επιβαρύνουν το σύστημα περίθαλψης θα πρέπει να αντανακλούν το πραγματικό κοινωνικό τους κόστος, ενισχύοντας παράλληλα τη χρηματοδότηση προγραμμάτων πρόληψης και φροντίδας.
Ένα εργαλείο πρόληψης, όχι τιμωρίας
Η φορολογική πολιτική δεν παρουσιάζεται ως τιμωρητικό μέτρο, αλλά ως μέσο αλλαγής συνηθειών. Σε χώρες όπου εφαρμόστηκαν αντίστοιχες παρεμβάσεις, καταγράφηκε μείωση στην κατανάλωση ζαχαρούχων ποτών και στροφή σε πιο υγιεινές επιλογές, ιδιαίτερα στις νεότερες ηλικίες.
Παράλληλα, τα επιπλέον έσοδα μπορούν να αξιοποιηθούν για την ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, την ενημέρωση του πληθυσμού και την υποστήριξη ευάλωτων ομάδων.
Δημόσια υγεία και πολιτικές αποφάσεις
Η συζήτηση για την αύξηση των φόρων σε αναψυκτικά και αλκοόλ ανοίγει εκ νέου το ζήτημα της ισορροπίας ανάμεσα στην ατομική επιλογή και τη συλλογική ευθύνη. Οι ειδικοί τονίζουν ότι, σε ένα περιβάλλον όπου τα χρόνια μη μεταδοτικά νοσήματα αυξάνονται, οι πολιτικές πρόληψης αποτελούν κρίσιμο παράγοντα βιωσιμότητας των συστημάτων υγείας.

Το επόμενο διάστημα αναμένεται να ενταθεί ο διάλογος σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, με τις κυβερνήσεις να καλούνται να σταθμίσουν τα υγειονομικά οφέλη, τις κοινωνικές αντιδράσεις και τις οικονομικές επιπτώσεις τέτοιων μέτρων.

