Η συναίνεση αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο κάθε υγιούς σεξουαλικής σχέσης, ωστόσο παραμένει μία από τις πιο παρεξηγημένες έννοιες στον δημόσιο διάλογο. Παρότι τα τελευταία χρόνια η συζήτηση γύρω από τα όρια, τον σεβασμό και την αυτοδιάθεση έχει ενταθεί, η ανάγκη για ξεκάθαρη και ουσιαστική ενημέρωση παραμένει επιτακτική.

Στην απλούστερη μορφή της, η συναίνεση σημαίνει ελεύθερη, ξεκάθαρη και συνειδητή συμφωνία μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων πλευρών. Δεν υπονοείται, δεν επιβάλλεται και δεν εξασφαλίζεται σιωπηρά. Αντιθέτως, εκφράζεται με λόγια ή πράξεις που δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας. Παρά ταύτα, κοινωνικά στερεότυπα και παγιωμένες αντιλήψεις έχουν οδηγήσει στη διαστρέβλωση της έννοιας, δημιουργώντας επικίνδυνες γκρίζες ζώνες.
Ένας από τους πιο διαδεδομένους μύθους γύρω από τη συναίνεση είναι ότι «αν δεν ειπωθεί όχι, τότε υπάρχει ναι». Η πραγματικότητα όμως είναι σαφής: η απουσία άρνησης δεν ισοδυναμεί με αποδοχή. Ο φόβος, η πίεση, η αμηχανία ή η ανισορροπία δύναμης μπορούν να οδηγήσουν κάποιον στη σιωπή, χωρίς αυτό να σημαίνει επιθυμία. Η συναίνεση οφείλει να είναι ενεργή και όχι αποτέλεσμα εξαναγκασμού ή υποχρέωσης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η συναίνεση δεν είναι στατική. Μπορεί να δοθεί και να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή. Το ότι κάποιος συμφώνησε σε μια πράξη δεν σημαίνει ότι αποδέχεται όλες τις επόμενες, ούτε ότι δεν μπορεί να αλλάξει γνώμη. Ο σεβασμός στην απόφαση του άλλου, ακόμα και την τελευταία στιγμή, αποτελεί βασικό στοιχείο μιας ώριμης και υγιούς σεξουαλικής σχέσης.
Στον πυρήνα της συναίνεσης βρίσκεται η επικοινωνία. Η ανοιχτή συζήτηση για επιθυμίες, όρια και προσδοκίες δεν αφαιρεί τον αυθορμητισμό, όπως συχνά υποστηρίζεται, αλλά ενισχύει την ασφάλεια και την εμπιστοσύνη. Όταν τα άτομα αισθάνονται ότι ακούγονται και γίνονται σεβαστά, η σεξουαλική επαφή γίνεται πιο ουσιαστική και ισορροπημένη.
Παράλληλα, η συναίνεση συνδέεται άμεσα με τη σεξουαλική υγεία και την ψυχική ευεξία. Εμπειρίες που λαμβάνουν χώρα χωρίς τη θέληση ενός ατόμου μπορεί να αφήσουν βαθιά τραύματα, επηρεάζοντας τη σχέση του με το σώμα, την αυτοεκτίμηση και τις μελλοντικές του σχέσεις. Η καλλιέργεια κουλτούρας συναίνεσης λειτουργεί προληπτικά απέναντι στη βία και την κακοποίηση.
Καθοριστικό ρόλο παίζει και η σεξουαλική αγωγή. Η έγκαιρη και σωστή ενημέρωση από νεαρή ηλικία συμβάλλει στη διαμόρφωση υπεύθυνων στάσεων και συμπεριφορών. Η συναίνεση δεν αφορά μόνο τη σεξουαλική πράξη, αλλά συνολικά τον σεβασμό στα όρια του άλλου, είτε πρόκειται για σωματική επαφή είτε για προσωπικό χώρο.

Σε μια κοινωνία που επαναπροσδιορίζει τις σχέσεις και τις αξίες της, η συναίνεση δεν είναι απλώς ένας όρος, αλλά μια στάση ζωής. Είναι η αναγνώριση του δικαιώματος κάθε ανθρώπου να αποφασίζει για το σώμα του χωρίς πίεση, φόβο ή ενοχή. Γιατί μόνο όταν υπάρχει αμοιβαίος σεβασμός, μπορεί να υπάρξει και πραγματική σύνδεση.

