Μετά από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, αρκετοί άνθρωποι αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην κατανόηση της ομιλίας, ακόμη κι αν η ακοή τους παραμένει ακέραιη. Πρόκειται για μια γλωσσική διαταραχή που δεν σχετίζεται με το αν «ακούνε» τους ήχους, αλλά με το πώς ο εγκέφαλος τους επεξεργάζεται και τους μετατρέπει σε νόημα. Νέα ερευνητικά δεδομένα ρίχνουν φως στους εγκεφαλικούς μηχανισμούς που κρύβονται πίσω από αυτή τη δυσκολία.
Η μελέτη και οι ερευνητές
Ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τη Laura Gwilliams από το Πανεπιστήμιο Stanford και τη Maaike Vandermosten από το KU Leuven συνέκρινε τη λειτουργία του εγκεφάλου 39 ατόμων που είχαν υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο με εκείνη 24 υγιών ατόμων αντίστοιχης ηλικίας. Στόχος ήταν να κατανοηθεί πώς αλλάζει η επεξεργασία της λεκτικής γλώσσας μετά από εγκεφαλική βλάβη.
Πώς μελετήθηκε η επεξεργασία της ομιλίας
Οι ερευνητές κατέγραψαν την εγκεφαλική δραστηριότητα των συμμετεχόντων ενώ αυτοί άκουγαν μια αφήγηση. Η συγκεκριμένη προσέγγιση επιλέχθηκε επειδή προσομοιώνει την καθημερινή χρήση της γλώσσας και επιτρέπει την παρατήρηση του τρόπου με τον οποίο ο εγκέφαλος επεξεργάζεται φυσικό λόγο σε πραγματικό χρόνο.
Τι έδειξαν τα αποτελέσματα
Τα άτομα που είχαν υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο και παρουσίαζαν προβλήματα κατανόησης της ομιλίας δεν επεξεργάζονταν τους ήχους πιο αργά από τους υγιείς συμμετέχοντες. Αντίθετα, η βασική διαφορά βρέθηκε στην ένταση και την ποιότητα της επεξεργασίας. Η εγκεφαλική τους απόκριση στους ήχους της ομιλίας ήταν αισθητά πιο αδύναμη.
Αυτό υποδηλώνει ότι οι ασθενείς μπορούν να αντιλαμβάνονται τους ήχους κανονικά, αλλά δυσκολεύονται να τους συνδυάσουν και να τους ενσωματώσουν αποτελεσματικά, ώστε να προκύψει γλωσσικό νόημα.
Η σημασία της χρονικής διάρκειας επεξεργασίας
Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον εύρημα αφορά τις περιπτώσεις αβεβαιότητας, όταν δηλαδή οι λέξεις δεν είναι εύκολα αναγνωρίσιμες. Οι υγιείς εγκέφαλοι συνέχιζαν να επεξεργάζονται τα ακουστικά χαρακτηριστικά της ομιλίας για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, προκειμένου να επιλύσουν την αμφιβολία. Αντίθετα, στα άτομα μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο, αυτή η παρατεταμένη επεξεργασία απουσίαζε ή ήταν περιορισμένη.
Το στοιχείο αυτό υποδηλώνει ότι ο εγκέφαλος μετά το εγκεφαλικό ενδέχεται να «εγκαταλείπει» την επεξεργασία της ομιλίας πολύ νωρίς, χωρίς να δίνει τον απαραίτητο χρόνο για την κατανόηση δύσκολων ή ασαφών λέξεων.
Τι σημαίνουν αυτά τα ευρήματα για τη γλωσσική κατανόηση
Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα αποτελέσματα αναδεικνύουν συγκεκριμένα πρότυπα εγκεφαλικής δραστηριότητας που είναι κρίσιμα για την κατανόηση της λεκτικής γλώσσας. Η δυσκολία δεν εντοπίζεται στην ακοή, αλλά στη νευρωνική επεξεργασία που μετατρέπει τον ήχο σε νόημα.
Νέες προοπτικές για τη διάγνωση
Η πρώτη συγγραφέας της μελέτης, Jill Kries, τονίζει τη σημασία της απλής αυτής μεθόδου, δηλαδή της ακρόασης μιας ιστορίας, ως διαγνωστικού εργαλείου. Στο μέλλον, τέτοιες προσεγγίσεις θα μπορούσαν να συμβάλουν στη γρηγορότερη και πιο ακριβή διάγνωση γλωσσικών διαταραχών, μειώνοντας την ανάγκη για πολύωρες και απαιτητικές συμπεριφορικές δοκιμασίες.

Η έρευνα δείχνει ότι μετά από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο ο εγκέφαλος δεν χάνει την ικανότητα να ακούει, αλλά δυσκολεύεται να επεξεργαστεί επαρκώς τους ήχους της ομιλίας ώστε να κατανοήσει τη γλώσσα. Η καλύτερη κατανόηση αυτών των μηχανισμών ανοίγει τον δρόμο για πιο στοχευμένες παρεμβάσεις, αποτελεσματικότερη αποκατάσταση και βελτιωμένη ποιότητα ζωής για τους ασθενείς.

