Τις τελευταίες ημέρες, το Ιράν βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα από τα πιο σοβαρά κύματα κοινωνικών και πολιτικών αναταραχών των τελευταίων ετών, με διαδηλώσεις να εξαπλώνονται από την πρωτεύουσα Τεχεράνη σε πολλές μεγάλες πόλεις της χώρας. Ξεκινώντας αρχικά ως διαμαρτυρίες για την πτώση της αξίας του ιρανικού ριάλ και τις αυξανόμενες δυσκολίες στην καθημερινή ζωή, οι κινητοποιήσεις γρήγορα πήραν ένα ευρύτερο πολιτικό χαρακτήρα, καθώς χιλιάδες πολίτες φωνάζουν συνθήματα κατά του καθεστώτος, απαιτώντας αλλαγές και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την ανατροπή του ιρανού ηγέτη και της κυβέρνησης.

Η αιτία αυτής της εξέγερσης ήταν αρχικά οικονομική: το ριάλ κατέρρευσε σε ιστορικά χαμηλά, με την ισοτιμία του δολαρίου να εκτινάσσεται, προκαλώντας άμεση αύξηση πληθωρισμού και εξάντληση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών. Μαζί με τις αυξανόμενες τιμές αγαθών και υπηρεσιών, η καθημερινότητα για τον μέσο Ιρανό έγινε όλο και πιο δύσκολη, με πολλούς να δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες. Οι επιχειρήσεις, ιδιαίτερα στο ιστορικό Μεγάλο Παζάρι της Τεχεράνης, έκλεισαν πρόωρα και πολλοί ιδιοκτήτες συμμετείχαν σε απεργίες διαμαρτυρίας, συμβάλλοντας στη γρήγορη εξάπλωση των κινητοποιήσεων σε εθνικό επίπεδο.
Παρά το γεγονός ότι οι αρχικές διαμαρτυρίες είχαν κυρίως οικονομικά αίτια, γρήγορα συνδέθηκαν με ευρύτερη δυσαρέσκεια για το πολιτικό καθεστώς και τη διακυβέρνηση της χώρας. Χιλιάδες φοιτητές, εργαζόμενοι και νεαροί Ιρανοί προσχώρησαν στις πορείες, με συνθήματα κατά της κρατικής εξουσίας και του ανώτατου ηγέτη να ακούγονται σε κεντρικούς δρόμους. Η μετάβαση από οικονομική σε πολιτική διαμαρτυρία υποδηλώνει μια βαθύτερη ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνικής δυσαρέσκειας, η οποία δεν περιορίζεται πλέον μόνο στις τιμές και την καθημερινότητα, αλλά στο σύνολο του πολιτικού συστήματος.
Η αντίδραση των αρχών ήταν σύνθετη και υπογραμμίζει την αμηχανία που επικρατεί στην ηγεσία. Αντί για μαζική καταστολή που χαρακτηρίζει παλαιότερες περιόδους κρίσης, αυτή τη φορά έχουν επιλεγεί μικρότερης κλίμακας μέτρα, όπως χρήση δακρυγόνων, περιορισμένες συλλήψεις και προσπάθειες διαλόγου. Υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι έχουν δηλώσει ότι αναγνωρίζουν ορισμένα από τα “νόμιμα αιτήματα” των διαδηλωτών και έχουν καλέσει σε διάλογο για να αντιμετωπιστούν τόσο τα οικονομικά όσο και τα πολιτικά ζητήματα που οδηγούν στην οργή του λαού. Αυτή η προσέγγιση έχει ερμηνευτεί από πολλούς ως ένδειξη ότι η ηγεσία προσπαθεί να αποφύγει μια πλήρη ρήξη με την κοινωνία, γνωρίζοντας ότι μια ανεξέλεγκτη καταστολή θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη εξέγερση.
Ταυτόχρονα, μια σειρά γεωπολιτικών παραγόντων επιδεινώνει την κατάσταση. Το Ιράν βρίσκεται υπό διεθνείς κυρώσεις, που επανήλθαν μετά τις εντάσεις γύρω από το πυρηνικό του πρόγραμμα, δημιουργώντας περαιτέρω πίεση στην ήδη εύθραυστη οικονομία. Επιπλέον, οι σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ παραμένουν τεταμένες, ενώ έχει προηγηθεί και στρατιωτική αντιπαράθεση που αποδυνάμωσε στρατιωτικά και πολιτικά το καθεστώς. Αυτές οι εξωτερικές πιέσεις σε συνδυασμό με την εσωτερική δυσαρέσκεια δημιουργούν μια περίπλοκη και εύφλεκτη κατάσταση που αυξάνει την αβεβαιότητα για το μέλλον.
Κάποιοι αναλυτές στις διεθνείς πλατφόρμες πρόβλεψης είχαν αρχικά εκτιμήσει ότι η πιθανότητα πτώσης του καθεστώτος μέσα στο τρέχον έτος ήταν σχετικά υψηλή, όμως αυτή η εκτίμηση μειώθηκε. Αυτό υποδηλώνει ότι, παρόλο που οι διαδηλώσεις είναι μαζικές και επηρεάζουν βαθιά τη κοινωνική συνοχή, δεν έχουν ακόμη φτάσει σε ένα σημείο όπου να προκαλούν άμεση κατάρρευση της κρατικής δομής. Η ιρανική κυβέρνηση εξακολουθεί να διατηρεί ισχυρούς μηχανισμούς ελέγχου και ασφάλειας, που της επιτρέπουν να αποτρέψει μια πλήρη ανατροπή, τουλάχιστον προς το παρόν.

Ωστόσο, η πίεση προς την ηγεσία είναι αναμφισβήτητη. Οι διαδηλώσεις έχουν περάσει από οικονομικές διεκδικήσεις σε πολιτικές, και η συμμετοχή ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων δείχνει ότι η δυσαρέσκεια δεν περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη ομάδα. Οι επόμενες εβδομάδες θα είναι κρίσιμες για το Ιράν, καθώς οι αρχές προσπαθούν να διαχειριστούν την κρίση χωρίς να χάσουν περαιτέρω έλεγχο, ενώ οι πολίτες συνεχίζουν να αγωνίζονται για αλλαγές που θεωρούν ουσιαστικές για το μέλλον της χώρας.

