Πώς καταφέρνουν οι έμπειροι χορευτές να εκτελούν συνεχόμενες περιστροφές χωρίς να νιώθουν ζάλη ή αστάθεια; Η καθιερωμένη θεωρία υποστήριζε ότι οι χορευτές μπορούν να «απενεργοποιούν» το αιθουσαίο σύστημα —το τμήμα του εσωτερικού αυτιού που ανιχνεύει την κίνηση του κεφαλιού και διατηρεί την ισορροπία— και έτσι να προλαμβάνουν τη ζάλη. Μια νέα μελέτη όμως αμφισβητεί αυτή την ιδέα και αποκαλύπτει ότι η εξαιρετική ισορροπία τους έχει πιο σύνθετες αιτίες.
Η μελέτη που ανατρέπει τα δεδομένα
Η Καρίνα Moïn-Darbari, υποψήφια διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο του Μοντρεάλ, και η ομάδα της μελέτησαν 38 γυναίκες: 19 έμπειρες χορεύτριες με κατά μέσο όρο 12 ώρες προπόνησης εβδομαδιαία για πάνω από 16 χρόνια, και μια ομάδα ελέγχου 19 μη χορευτριών. Η ισορροπία των συμμετεχουσών αξιολογήθηκε με πλατφόρμα δύναμης, που μετρά τις κινήσεις του σώματος, σε διάφορες συνθήκες: με ανοιχτά ή κλειστά μάτια, σε σταθερή ή ασταθή επιφάνεια.
Το ιδιαίτερο στοιχείο της μελέτης ήταν η χρήση της ηλεκτρικής διέγερσης του αιθουσαίου συστήματος (GVS), μια τεχνική που προκαλεί τεχνητά αίσθηση κλίσης, όπως όταν κάποιος βρίσκεται σε κινούμενο σκάφος. Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Χωρίς GVS, οι χορεύτριες εμφάνιζαν σαφώς καλύτερη ισορροπία από την ομάδα ελέγχου, ειδικά σε ασταθείς επιφάνειες με ανοιχτά μάτια. Όταν όμως εφαρμόστηκε η εξωτερική ηλεκτρική διέγερση, οι διαφορές εξαφανίστηκαν. Αυτό σημαίνει ότι οι χορεύτριες δεν μπορούν να απενεργοποιήσουν απλώς το αιθουσαίο σύστημα, όπως πίστευαν προηγούμενες θεωρίες.
Τι κάνει λοιπόν τη διαφορά;
Η νέα ανάλυση υποδεικνύει ότι η κρίσιμη παράμετρος είναι αν η κίνηση είναι ενεργητική ή παθητική. Όταν οι χορεύτριες εκτελούν περιστροφές, οι κινήσεις τους είναι αυτοπαραγόμενες. Το νευρικό τους σύστημα μπορεί να προβλέψει τις συνέπειες της κίνησης και να προσαρμόσει τα σήματα ισορροπίας, διαδικασία που οι επιστήμονες ονομάζουν top-down modulation. Αντίθετα, η GVS δημιουργεί απρόβλεπτη, εξωτερική διαταραχή. Σε αυτή την περίπτωση, το νευρικό σύστημα δεν μπορεί να προετοιμαστεί, και οι χορεύτριες εμφανίζουν τα ίδια επίπεδα αστάθειας με τις μη χορεύτριες.
Η πλαστικότητα του εγκεφάλου
Η έρευνα δείχνει επίσης ότι η μακροχρόνια προπόνηση χορού αλλάζει τη δομή του εγκεφάλου. Ειδικά η περιοχή anterior cerebellar vermis, υπεύθυνη για τη ρύθμιση των αιθουσαίων σημάτων, εμφανίζει μετρήσιμες ανατομικές προσαρμογές. Αυτή η πλαστικότητα επιτρέπει στους χορευτές να έχουν μια ακριβή εσωτερική «χαρτογράφηση» του σώματός τους, βελτιώνοντας τον έλεγχο των κινήσεων και της στάσης. Με άλλα λόγια, η εμπειρία και η εκπαίδευση δημιουργούν ένα σύστημα προσαρμοστικότητας που λειτουργεί όταν η κίνηση είναι αυτοπαραγόμενη, αλλά δεν προσφέρει πλεονέκτημα όταν η διαταραχή είναι εξωτερική και απρόβλεπτη.
Εφαρμογές στην καθημερινότητα και στην υγεία
Η κατανόηση των μηχανισμών ισορροπίας μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις πέρα από τον χορό. Για παράδειγμα, η ανάπτυξη κατάλληλων προληπτικών προγραμμάτων για πτώσεις, που αποτελούν σημαντική αιτία ατυχημάτων, ειδικά στους ηλικιωμένους, μπορεί να επωφεληθεί από αυτή τη γνώση.
Διακρίνοντας δύο ξεχωριστές νευρολογικές οδούς — μία για ενεργητικές κινήσεις και μία για παθητικές διαταραχές — οι ειδικοί μπορούν να σχεδιάσουν στοχευμένα προγράμματα αποκατάστασης και ασκήσεις ισορροπίας, προσαρμοσμένα στις ανάγκες κάθε ατόμου. Προγράμματα που βασίζονται σε ενεργητικές, ελεγχόμενες κινήσεις μπορεί να είναι πιο αποτελεσματικά από παθητικές μεθόδους για την πρόληψη πτώσεων και την ενίσχυση της ισορροπίας.
Η νέα μελέτη ανατρέπει τις παλιές ιδέες ότι οι χορευτές «απενεργοποιούν» το αιθουσαίο σύστημα για να αποφύγουν τη ζάλη. Αντίθετα, η ικανότητά τους να εκτελούν εντυπωσιακές περιστροφές χωρίς να χάνουν την ισορροπία προκύπτει από την προβλεψιμότητα των κινήσεων, την πλαστικότητα του εγκεφάλου και την εκπαίδευση που βελτιώνει την αντίληψη του σώματος. Αυτή η γνώση όχι μόνο εξηγεί τα μυστικά της χορευτικής ισορροπίας, αλλά ανοίγει δρόμους για καλύτερη πρόληψη και αποκατάσταση σε πληθυσμούς που κινδυνεύουν από πτώσεις, βελτιώνοντας την ποιότητα ζωής και την ασφάλεια όλων μας.