Η απόφαση του Donald Trump να παρέμβει δυναμικά στη Βενεζουέλα ανατρέπει τις ισορροπίες και ανοίγει ένα νέο, αβέβαιο κεφάλαιο για τη χώρα. Η απομάκρυνση του Nicolás Maduro από την εξουσία σηματοδοτεί το τέλος μιας πολυετούς περιόδου αυταρχικής διακυβέρνησης, χωρίς ωστόσο να οδηγεί αυτομάτως σε μια ξεκάθαρη δημοκρατική μετάβαση.
Η Ουάσινγκτον επέλεξε να στηρίξει τη Delcy Rodríguez ως κεντρικό πρόσωπο της μεταβατικής περιόδου, μια επιλογή που αιφνιδίασε τόσο τη βενεζουελανική αντιπολίτευση όσο και μέρος της διεθνούς κοινότητας. Η Ροντρίγκεζ, προερχόμενη από τον στενό πυρήνα του τσαβιστικού καθεστώτος, θεωρείται από αμερικανικούς κύκλους ως πρόσωπο ικανό να διασφαλίσει τη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού και να αποτρέψει την πλήρη αποσταθεροποίηση της χώρας.
Στον αντίποδα, η María Corina Machado, ηγετική φυσιογνωμία της αντιπολίτευσης και σύμβολο του αγώνα κατά του καθεστώτος Μαδούρο, μένει εκτός του μεταβατικού σχεδιασμού. Η απόφαση αυτή ερμηνεύεται ως αποτέλεσμα της αμερικανικής επιλογής να δοθεί προτεραιότητα στη διαχειρίσιμη σταθερότητα και όχι σε μια άμεση πολιτική αλλαγή που θα μπορούσε να προκαλέσει έντονες εσωτερικές αντιδράσεις.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι η Βενεζουέλα παραμένει μια χώρα με βαθιές κοινωνικές και πολιτικές διαιρέσεις, ενώ ο έλεγχος των ενόπλων δυνάμεων και των ενεργειακών πόρων εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα. Σε αυτό το πλαίσιο, η επιλογή προσώπων με εμπειρία και επιρροή στο υπάρχον σύστημα θεωρείται από τις ΗΠΑ ως λιγότερο ριψοκίνδυνη.
Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι αν αυτή η μεταβατική λύση θα οδηγήσει τελικά σε ελεύθερες εκλογές και ουσιαστική πολιτική ανανέωση ή αν θα αποτελέσει μια ελεγχόμενη ανακύκλωση της εξουσίας. Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι εξελίξεις στη Βενεζουέλα μετατοπίζουν το επίκεντρο από τη ρητορική της δημοκρατικής αποκατάστασης στη σκληρή πραγματικότητα της γεωπολιτικής και της σταθερότητας.

