Η σεξουαλική επιθυμία αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα και παρεξηγημένα στοιχεία της ανθρώπινης εμπειρίας. Συχνά θεωρείται αυτονόητο ότι κορυφώνεται στη νεότητα και φθίνει αναπόφευκτα με την ηλικία, όμως η πραγματικότητα αποδεικνύεται πολύ πιο περίπλοκη. Μια νέα μεγάλης κλίμακας επιστημονική μελέτη έρχεται να ανατρέψει στερεότυπα δεκαετιών και να ρίξει φως στους παράγοντες που διαμορφώνουν τη σεξουαλική επιθυμία κατά τη διάρκεια της ζωής.

Η μελέτη και το εύρος της
Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Scientific Reports και πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες του Πανεπιστημίου του Τάρτου στην Εσθονία. Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 67.334 ενήλικες που συμμετέχουν στην Εσθονική Βιοτράπεζα, ένα από τα πιο εκτεταμένα αποθετήρια βιολογικών και κοινωνικών δεδομένων στην Ευρώπη. Το δείγμα αντιστοιχεί περίπου στο 7% του ενήλικου πληθυσμού της χώρας και περιλαμβάνει άτομα ηλικίας από 18 έως 89 ετών, γεγονός που προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα και αξιοπιστία στα ευρήματα.
Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να αξιολογήσουν το γενικό επίπεδο της σεξουαλικής τους επιθυμίας, ενώ παράλληλα συλλέχθηκαν πληροφορίες για την ηλικία, το φύλο, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την οικογενειακή κατάσταση, τον αριθμό των παιδιών, το μορφωτικό επίπεδο και το επάγγελμά τους.
Η ηλικία και η ανατροπή ενός μύθου
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά και απροσδόκητα ευρήματα της μελέτης αφορά τη σχέση ηλικίας και σεξουαλικής επιθυμίας, ιδιαίτερα στους άνδρες. Σε αντίθεση με την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι η επιθυμία κορυφώνεται στην εφηβεία ή στις αρχές της τρίτης δεκαετίας της ζωής, τα δεδομένα δείχνουν ότι για τους άνδρες η κορύφωση εμφανίζεται στα τέλη της δεκαετίας των 30 και στις αρχές των 40. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι η σεξουαλική επιθυμία δεν καθορίζεται μόνο από ορμονικούς παράγοντες, αλλά επηρεάζεται και από ψυχοκοινωνικές συνθήκες, εμπειρία, αυτοπεποίθηση και σταθερότητα στη ζωή.
Διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών
Η μελέτη επιβεβαιώνει ότι η σεξουαλική επιθυμία τείνει να μειώνεται με την ηλικία και στα δύο φύλα, ωστόσο η μείωση αυτή είναι πιο απότομη στις γυναίκες. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι αυτό πιθανότατα σχετίζεται με βιολογικές αλλαγές, όπως η εμμηνόπαυση, αλλά και με κοινωνικούς ρόλους και αυξημένες απαιτήσεις φροντίδας που συχνά επωμίζονται οι γυναίκες στη μέση ηλικία.
Ο ρόλος της οικογένειας και των παιδιών
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επίδραση της γονεϊκότητας στη σεξουαλική επιθυμία. Για τις γυναίκες, η απόκτηση περισσότερων παιδιών συνδέθηκε με χαμηλότερα επίπεδα επιθυμίας, κάτι που μπορεί να εξηγηθεί από τη σωματική κόπωση, το ψυχικό φορτίο και τις αλλαγές στις προτεραιότητες. Αντίθετα, οι άνδρες με μεγαλύτερες οικογένειες ανέφεραν υψηλότερη σεξουαλική επιθυμία, ένα εύρημα που προκαλεί ερωτήματα και πιθανόν συνδέεται με κοινωνικούς ρόλους, αίσθημα επιτυχίας ή ενισχυμένη ταυτότητα.
Σεξουαλικός προσανατολισμός και επιθυμία
Σύμφωνα με τα δεδομένα της έρευνας, τα υψηλότερα επίπεδα σεξουαλικής επιθυμίας αναφέρθηκαν από άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως αμφιφυλόφιλα ή πανσεξουαλικά. Οι ερευνητές δεν καταλήγουν σε απλές εξηγήσεις, αλλά επισημαίνουν ότι η μεγαλύτερη ευελιξία στην έλξη και η λιγότερο περιοριστική κοινωνική αφήγηση γύρω από τη σεξουαλικότητα ενδέχεται να παίζουν ρόλο.
Γιατί αυτά τα ευρήματα έχουν σημασία
Ένα από τα πιο σημαντικά συμπεράσματα της μελέτης είναι ότι οι δημογραφικοί παράγοντες από μόνοι τους εξηγούν περίπου το 28% της διακύμανσης στη σεξουαλική επιθυμία. Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν το ένα τρίτο των διαφορών μεταξύ των ανθρώπων μπορεί να προβλεφθεί χωρίς να ληφθούν υπόψη ψυχολογικοί ή σχεσιακοί παράγοντες.

Οι ερευνητές ελπίζουν ότι τα αποτελέσματα θα συμβάλουν στη μείωση της ενοχής και της ανησυχίας που συχνά συνοδεύουν τις αλλαγές στη σεξουαλική επιθυμία. Παράλληλα, τα δεδομένα μπορούν να αποτελέσουν πολύτιμο εργαλείο για συμβούλους σχέσεων και επαγγελματίες ψυχικής υγείας, βοηθώντας τα άτομα και τα ζευγάρια να κατανοήσουν ότι η επιθυμία δεν είναι στατική, αλλά εξελίσσεται φυσιολογικά μαζί με τη ζωή.

