Σε μια κίνηση στρατηγικής σημασίας για το διεθνές εμπόριο, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ινδία κατέληξαν σε εμπορική συμφωνία που φιλοδοξεί να ενισχύσει τις διμερείς οικονομικές σχέσεις, αποφεύγοντας παράλληλα τις έντονες αντιδράσεις που προκάλεσαν στο παρελθόν άλλες μεγάλες εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ.
Η συμφωνία δημιουργεί ένα ευρύ πλαίσιο ελευθέρων συναλλαγών, καλύπτοντας αγορές με συνολικό πληθυσμό σχεδόν δύο δισεκατομμυρίων καταναλωτών. Προβλέπει σημαντικές μειώσεις δασμών και εμπορικών φραγμών σε σειρά βιομηχανικών και μεταποιητικών προϊόντων, ενισχύοντας την πρόσβαση των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων στην ταχέως αναπτυσσόμενη ινδική αγορά και, αντίστροφα, των ινδικών προϊόντων στην ευρωπαϊκή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο η ΕΕ επέλεξε να θωρακίσει τον αγροτικό της τομέα. Σε αντίθεση με προηγούμενες συμφωνίες που προκάλεσαν σφοδρές αντιδράσεις από αγροτικές οργανώσεις, το νέο πλαίσιο περιλαμβάνει σαφείς «ασφαλιστικές δικλείδες» για ευαίσθητα προϊόντα. Τομείς όπως το βόειο και χοιρινό κρέας, η ζάχαρη και το ρύζι εξαιρούνται ή υπόκεινται σε αυστηρότερους όρους, περιορίζοντας τον κίνδυνο αιφνίδιων ανατροπών στις ευρωπαϊκές αγορές.
Αναλυτές χαρακτηρίζουν τη συμφωνία ως μια «διαφορετική Mercosur», υπογραμμίζοντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δείχνει να έχει αντλήσει διδάγματα από τις έντονες κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις που προκάλεσαν προηγούμενες εμπορικές πρωτοβουλίες. Η νέα προσέγγιση επιχειρεί να συνδυάσει την απελευθέρωση του εμπορίου με την προστασία κρίσιμων παραγωγικών κλάδων, ιδίως στον αγροδιατροφικό τομέα.
Σε γεωπολιτικό επίπεδο, η συμφωνία εντάσσεται στην ευρύτερη στρατηγική της ΕΕ για διαφοροποίηση των εμπορικών της εταίρων και ενίσχυση της στρατηγικής της αυτονομίας. Η σύσφιγξη των οικονομικών σχέσεων με την Ινδία αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια περίοδο παγκόσμιας αβεβαιότητας, ανακατατάξεων στις αλυσίδες εφοδιασμού και αυξανόμενου ανταγωνισμού μεταξύ μεγάλων οικονομικών πόλων.
Παρότι απομένουν τεχνικές λεπτομέρειες και πολιτικές εγκρίσεις, η συμφωνία ΕΕ–Ινδίας παρουσιάζεται ως ένα νέο μοντέλο εμπορικής συνεργασίας, που επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή. Το κατά πόσο αυτή η ισορροπία θα αντέξει στην πράξη, θα κριθεί από την εφαρμογή της συμφωνίας και τις αντιδράσεις που θα προκαλέσει στα κράτη-μέλη τα επόμενα χρόνια.


