Ουρεόπλασμα και μυκόπλασμα: Τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα βακτήρια που δεν πρέπει να αγνοούμε

Ουρεόπλασμα μυκόπλασμα: Η έγκαιρη διάγνωση, η κατάλληλη θεραπεία όταν χρειάζεται και η υπεύθυνη σεξουαλική συμπεριφορά αποτελούν τα βασικά βήματα για την προστασία της ατομικής αλλά και της δημόσιας υγείας.

Όταν γίνεται λόγος για τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα (ΣΜΝ), οι περισσότεροι σκέφτονται τα χλαμύδια, τη γονόρροια ή τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV). Ωστόσο, υπάρχουν και άλλα μικρόβια που μπορούν να μεταδοθούν μέσω της σεξουαλικής επαφής και να επηρεάσουν την υγεία του ουρογεννητικού συστήματος. Ανάμεσά τους βρίσκονται το ουρεόπλασμα (Ureaplasma) και το μυκόπλασμα (Mycoplasma), δύο βακτήρια που έχουν απασχολήσει ιδιαίτερα την ιατρική κοινότητα τα τελευταία χρόνια.pneumonia mikoplasma 1

Αν και πολλές φορές υπάρχουν στον οργανισμό χωρίς να προκαλούν προβλήματα, σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούν να οδηγήσουν σε λοιμώξεις και επιπλοκές που απαιτούν θεραπεία.

Τι είναι το ουρεόπλασμα και το μυκόπλασμα;

Το ουρεόπλασμα και το μυκόπλασμα ανήκουν σε μια ιδιαίτερη ομάδα βακτηρίων που διαφέρουν από τα περισσότερα γνωστά βακτήρια, καθώς δεν διαθέτουν κυτταρικό τοίχωμα. Αυτό σημαίνει ότι ορισμένα κοινά αντιβιοτικά, όπως οι πενικιλίνες και οι κεφαλοσπορίνες, δεν είναι αποτελεσματικά εναντίον τους.

Τα συχνότερα είδη που σχετίζονται με τον άνθρωπο είναι:

  • Mycoplasma genitalium
  • Mycoplasma hominis
  • Ureaplasma urealyticum
  • Ureaplasma parvum

Ειδικά το Mycoplasma genitalium αναγνωρίζεται σήμερα ως σημαντικό σεξουαλικώς μεταδιδόμενο παθογόνο.

Πώς μεταδίδονται;

Η μετάδοση γίνεται κυρίως μέσω:

  • κολπικής επαφής,
  • πρωκτικής επαφής,
  • στοματικής επαφής (λιγότερο συχνά),
  • στενής επαφής των βλεννογόνων κατά τη σεξουαλική δραστηριότητα.

Είναι επίσης πιθανή η μετάδοση από τη μητέρα στο νεογνό κατά τον τοκετό.

Η χρήση προφυλακτικού μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο μετάδοσης, χωρίς όμως να τον εξαλείφει πλήρως.

Ποια συμπτώματα προκαλούν;

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα είναι ότι πολλοί άνθρωποι δεν εμφανίζουν καθόλου συμπτώματα και μπορεί να μεταδίδουν τα βακτήρια χωρίς να το γνωρίζουν.

Όταν εμφανίζονται συμπτώματα, στους άνδρες μπορεί να περιλαμβάνουν:

  • κάψιμο κατά την ούρηση,
  • έκκριμα από την ουρήθρα,
  • πόνο ή ενόχληση στην περιοχή των γεννητικών οργάνων,
  • ουρηθρίτιδα.

Στις γυναίκες μπορεί να προκαλέσουν:

  • αυξημένες κολπικές εκκρίσεις,
  • πόνο κατά τη σεξουαλική επαφή,
  • αίσθημα καύσου κατά την ούρηση,
  • πυελικό άλγος,
  • τραχηλίτιδα.

Επειδή τα συμπτώματα μοιάζουν με εκείνα άλλων σεξουαλικώς μεταδιδόμενων λοιμώξεων, απαιτείται εργαστηριακός έλεγχος για την ακριβή διάγνωση.

Ποιες επιπλοκές μπορεί να προκαλέσουν;

Στις περισσότερες περιπτώσεις τα βακτήρια αυτά δεν οδηγούν σε σοβαρή νόσο. Ωστόσο, όταν προκαλούν ενεργή λοίμωξη και δεν αντιμετωπιστούν, μπορεί να εμφανιστούν επιπλοκές.

Στους άνδρες έχουν συσχετιστεί με επίμονη ουρηθρίτιδα και, σπανιότερα, με επιδιδυμίτιδα.

Στις γυναίκες μπορεί να σχετίζονται με φλεγμονώδη νόσο της πυέλου, η οποία, αν δεν αντιμετωπιστεί, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο χρόνιου πυελικού πόνου ή προβλημάτων γονιμότητας.

Κατά την εγκυμοσύνη, ορισμένες μελέτες έχουν συνδέσει συγκεκριμένες λοιμώξεις από ουρεόπλασμα με αυξημένο κίνδυνο πρόωρου τοκετού, πρόωρης ρήξης των υμένων και λοίμωξης του νεογνού. Ωστόσο, η σχέση αυτή είναι σύνθετη και δεν σημαίνει ότι κάθε έγκυος που φέρει το βακτήριο θα εμφανίσει επιπλοκές.

Πώς γίνεται η διάγνωση;

Η διάγνωση βασίζεται κυρίως σε μοριακές εξετάσεις (PCR), οι οποίες ανιχνεύουν το γενετικό υλικό του βακτηρίου και θεωρούνται ιδιαίτερα αξιόπιστες.

Το δείγμα μπορεί να ληφθεί από:

  • ούρα,
  • ουρηθρικό επίχρισμα,
  • κολπικό ή τραχηλικό επίχρισμα,
  • άλλες ανατομικές περιοχές, ανάλογα με τα συμπτώματα.

Η εξέταση συνιστάται κυρίως όταν υπάρχουν συμπτώματα ή όταν ο γιατρός υποψιάζεται λοίμωξη, και όχι ως έλεγχος ρουτίνας σε άτομα χωρίς ενοχλήματα.

Πώς αντιμετωπίζονται;

Η θεραπεία γίνεται με συγκεκριμένα αντιβιοτικά, τα οποία επιλέγονται από τον γιατρό ανάλογα με το υπεύθυνο βακτήριο, τα συμπτώματα και τα τοπικά δεδομένα αντοχής στα αντιβιοτικά. Η ολοκλήρωση της θεραπείας σύμφωνα με τις οδηγίες είναι σημαντική για την επιτυχία της αντιμετώπισης.

Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί θεραπεία και του ή των σεξουαλικών συντρόφων, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος επαναμόλυνσης. Μέχρι να ολοκληρωθεί η θεραπεία και να δοθούν σχετικές οδηγίες από τον θεράποντα ιατρό, συνιστάται η αποφυγή σεξουαλικών επαφών ή η συνεπής χρήση προφυλακτικού.

Πρόληψη και υπεύθυνη σεξουαλική συμπεριφορά

Η σωστή χρήση προφυλακτικού σε κάθε σεξουαλική επαφή, ο περιορισμός των εναλλασσόμενων σεξουαλικών συντρόφων και ο τακτικός έλεγχος όταν υπάρχουν συμπτώματα ή αυξημένος κίνδυνος έκθεσης αποτελούν τα σημαντικότερα μέτρα πρόληψης.vaktiria anosopoiitiko sistima

Είναι επίσης σημαντικό να γνωρίζουμε ότι η ανίχνευση ουρεοπλάσματος ή ορισμένων ειδών μυκοπλάσματος σε ένα εργαστηριακό αποτέλεσμα δεν σημαίνει πάντα ότι απαιτείται θεραπεία. Σε αρκετούς υγιείς ανθρώπους τα βακτήρια αυτά μπορεί να αποτελούν μέρος της φυσιολογικής μικροβιακής χλωρίδας, χωρίς να προκαλούν νόσο. Για τον λόγο αυτό, η απόφαση για θεραπεία πρέπει να λαμβάνεται μόνο από τον γιατρό, αφού συνεκτιμηθούν τα συμπτώματα, το ιστορικό και τα αποτελέσματα των εξετάσεων.

Η έγκαιρη διάγνωση, η κατάλληλη θεραπεία όταν χρειάζεται και η υπεύθυνη σεξουαλική συμπεριφορά αποτελούν τα βασικά βήματα για την προστασία της ατομικής αλλά και της δημόσιας υγείας.

Συντάκτης


Δείτε Επίσης

Τελευταία άρθρα