Η φράση «μαμά, βαριέμαι» ακούγεται σχεδόν σε κάθε σπίτι με παιδιά και συχνά αντιμετωπίζεται ως κάτι ασήμαντο ή ενοχλητικό. Πολλοί γονείς σπεύδουν να προτείνουν δραστηριότητες, να δώσουν μια οθόνη ή να οργανώσουν το πρόγραμμα του παιδιού, απλώς για να σταματήσει το παράπονο. Ωστόσο, σύμφωνα με τους παιδοψυχολόγους, η βαρεμάρα δεν είναι πάντα αυτό που φαίνεται. Πίσω από αυτή τη φαινομενικά απλή φράση μπορεί να κρύβονται συναισθήματα, ανάγκες και ψυχικές διεργασίες που αξίζουν προσοχής.
Τι σημαίνει πραγματικά η βαρεμάρα στα παιδιά
Η βαρεμάρα δεν είναι απαραίτητα αρνητικό συναίσθημα. Στην πραγματικότητα, αποτελεί φυσιολογικό μέρος της ανάπτυξης και συχνά συνδέεται με τη δημιουργικότητα και την αυτονομία. Όταν όμως επαναλαμβάνεται έντονα και συνοδεύεται από ανησυχία, εκνευρισμό ή απόσυρση, μπορεί να λειτουργεί ως «σήμα κινδύνου». Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι το παιδί μπορεί να δυσκολεύεται να εκφράσει με λόγια πιο σύνθετα συναισθήματα, όπως μοναξιά, άγχος ή έλλειψη νοήματος, και έτσι τα συμπυκνώνει στο «βαριέμαι».
Η σύνδεση με την ψυχική υγεία
Η ψυχική υγεία των παιδιών επηρεάζεται άμεσα από το περιβάλλον, τις σχέσεις και τον τρόπο ζωής τους. Ένα παιδί που νιώθει συναισθηματικά αποσυνδεδεμένο, που δεν αισθάνεται ότι το ακούν ή το κατανοούν, μπορεί να βιώνει εσωτερική κούραση και αδιαφορία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η βαρεμάρα δεν αφορά την έλλειψη δραστηριοτήτων, αλλά την έλλειψη συναισθηματικής πληρότητας. Οι παιδοψυχολόγοι τονίζουν ότι η συνεχής πλήξη μπορεί να σχετίζεται με χαμηλή διάθεση, μειωμένο ενδιαφέρον ή ακόμα και πρώιμα σημάδια άγχους.
Ο ρόλος της υπερδιέγερσης και των οθονών
Ένας ακόμη παράγοντας που συχνά υποτιμάται είναι η υπερδιέγερση. Παιδιά που περνούν πολλές ώρες μπροστά σε οθόνες ή έχουν υπερφορτωμένο πρόγραμμα δραστηριοτήτων, δυσκολεύονται να αντέξουν τις ήσυχες στιγμές. Όταν δεν υπάρχει άμεσο ερέθισμα, βιώνουν κενό και το εκφράζουν ως βαρεμάρα. Σύμφωνα με τους ειδικούς, αυτή η δυσκολία δεν είναι τεμπελιά, αλλά αποτέλεσμα ενός νευρικού συστήματος που έχει συνηθίσει στη συνεχή ένταση.
Τι προσπαθεί να πει το παιδί
Όταν ένα παιδί λέει «βαριέμαι», συχνά εννοεί «δεν ξέρω τι να κάνω μόνο μου», «θέλω σύνδεση», ή «χρειάζομαι καθοδήγηση». Η φράση μπορεί να αποτελεί πρόσκληση για επαφή, όχι απαραίτητα για ψυχαγωγία. Οι παιδοψυχολόγοι προτείνουν οι γονείς να ακούν πίσω από τις λέξεις και να παρατηρούν τη συμπεριφορά: πότε εμφανίζεται η βαρεμάρα, σε ποιες συνθήκες και με ποια συναισθηματική ένταση.
Πώς μπορούν να ανταποκριθούν οι γονείς
Η άμεση λύση δεν είναι πάντα η καλύτερη. Αντί να «γεμίζουν» κάθε κενό, οι γονείς μπορούν να βοηθήσουν το παιδί να αντέξει τη βαρεμάρα και να την αξιοποιήσει. Αυτό σημαίνει να του δώσουν χώρο να ανακαλύψει τι το ενδιαφέρει, να πειραματιστεί και να βαρεθεί δημιουργικά. Παράλληλα, μια απλή φράση όπως «σε ακούω» ή «πες μου πώς νιώθεις» μπορεί να ανοίξει δρόμο για ουσιαστική επικοινωνία.
Πότε χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή
Αν το «βαριέμαι» συνοδεύεται από απόσυρση, αλλαγές στον ύπνο ή στη διάθεση, ευερεθιστότητα ή απώλεια ενδιαφέροντος για πράγματα που παλαιότερα άρεσαν στο παιδί, τότε αξίζει να διερευνηθεί βαθύτερα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η συμβουλή ενός ειδικού ψυχικής υγείας μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση των πραγματικών αναγκών του παιδιού και στην υποστήριξή του.
Η βαρεμάρα ως ευκαιρία και όχι απειλή
Τελικά, το «μαμά, βαριέμαι» δεν είναι πάντα πρόβλημα προς επίλυση, αλλά μήνυμα προς κατανόηση. Μπορεί να κρύβει ανάγκη για σύνδεση, ξεκούραση ή εσωτερική αναζήτηση. Οι παιδοψυχολόγοι συμφωνούν ότι όταν οι γονείς αντιμετωπίζουν τη βαρεμάρα με ενσυναίσθηση και όχι με πανικό, βοηθούν τα παιδιά να αναπτύξουν συναισθηματική ανθεκτικότητα και καλύτερη σχέση με τον εαυτό τους. Έτσι, μια απλή φράση μπορεί να γίνει αφετηρία για βαθύτερη φροντίδα της ψυχικής υγείας.

