Νέες πολιτικές και θεσμικές διαστάσεις λαμβάνει η υπόθεση Novartis, μετά τη δικαστική απόφαση που αφορά πρώην προστατευόμενους μάρτυρες της υπόθεσης. Η εξέλιξη αυτή επαναφέρει στο προσκήνιο μια από τις πλέον πολυσυζητημένες υποθέσεις της τελευταίας δεκαετίας, η οποία είχε προκαλέσει έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις και βαθιές θεσμικές συγκρούσεις.
Με αφορμή τη δικαστική ετυμηγορία, ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς επανέλαβε τη θέση του ότι η υπόθεση αποτέλεσε «σκευωρία» εις βάρος του, υποστηρίζοντας ότι πλέον υπάρχει δικαστική επιβεβαίωση πως οι κατηγορίες που είχαν διατυπωθεί βασίστηκαν σε ψευδείς μαρτυρίες. Σύμφωνα με τον ίδιο, η εξέλιξη αυτή δεν αφορά μόνο την προσωπική του δικαίωση, αλλά αγγίζει τον τρόπο λειτουργίας των θεσμών και τη χρήση της Δικαιοσύνης στο πολιτικό πεδίο.
Η υπόθεση Novartis είχε αρχικά παρουσιαστεί ως ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα στον χώρο της Υγείας και της πολιτικής, με αναφορές σε παράνομες πρακτικές, σχέσεις φαρμακευτικών εταιρειών με γιατρούς και πολιτικά πρόσωπα, καθώς και επιρροή στη φαρμακευτική δαπάνη. Στο πέρασμα των ετών, ωστόσο, η δικαστική διερεύνηση οδήγησε σε αρχειοθετήσεις για πολιτικά πρόσωπα, ενώ το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε στη διαδικασία με την οποία στήθηκαν οι αρχικές κατηγορίες.
Η πρόσφατη απόφαση για τους πρώην προστατευόμενους μάρτυρες θεωρείται κομβική, καθώς ανοίγει εκ νέου τη συζήτηση για τις ευθύνες όσων χειρίστηκαν την υπόθεση, αλλά και για τα όρια μεταξύ πολιτικής αντιπαράθεσης και θεσμικής λειτουργίας. Παράλληλα, εντείνει το πολιτικό κλίμα, με αιχμές, δηλώσεις και αιτήματα για περαιτέρω διερεύνηση πιθανών ηθικών ή πολιτικών αυτουργών.
Η υπόθεση Novartis, ανεξαρτήτως των επιμέρους δικαστικών εξελίξεων, παραμένει σημείο αναφοράς για τον δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα, καθώς αγγίζει τον πυρήνα της σχέσης πολιτικής εξουσίας, Δικαιοσύνης και διαφάνειας, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα για το πώς διαχειρίζεται το πολιτικό σύστημα υποθέσεις με τόσο ισχυρό θεσμικό και κοινωνικό αποτύπωμα.


