Ερευνητές του Ινστιτούτου Κένεντι του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης ανακάλυψαν έναν νέο μηχανισμό μέσω του οποίου το ανοσοποιητικό σύστημα συμβάλλει στη διατήρηση και επιδείνωση της φλεγμονής στη ρευματοειδή αρθρίτιδα (ΡΑ). Τα ευρήματα της μελέτης, που δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Annals of the Rheumatic Diseases, αποκαλύπτουν πώς η λεγόμενη «ανοσολογική μνήμη» των μονοκυττάρων μπορεί να μετατρέπεται από αμυντικό εργαλείο σε παράγοντα χρόνιας νόσου.

Μια χρόνια νόσος με ανεπίλυτα ερωτήματα
Η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι μια αυτοάνοση νόσος που προκαλεί χρόνιο πόνο, πρήξιμο και προοδευτική καταστροφή των αρθρώσεων. Επηρεάζει περίπου το 1% του παγκόσμιου πληθυσμού και, παρά την πρόοδο στις θεραπείες, πολλοί ασθενείς συνεχίζουν να εμφανίζουν εξάρσεις και μη αναστρέψιμες βλάβες. Αν και είναι γνωστό ότι το ανοσοποιητικό σύστημα παραμένει υπερδραστήριο στη ΡΑ, οι λόγοι για τους οποίους αυτή η ενεργοποίηση επιμένει δεν είχαν πλήρως διευκρινιστεί.
Η έννοια της ανοσολογικής μνήμης
Η νέα μελέτη επικεντρώθηκε στα μονοκύτταρα, κύτταρα του έμφυτου ανοσοποιητικού συστήματος, τα οποία μπορούν να «θυμούνται» προηγούμενες ενεργοποιήσεις. Αυτή η ιδιότητα, γνωστή ως ανοσολογική ή ανοσοανατομική μνήμη, βοηθά συνήθως τον οργανισμό να ανταποκρίνεται ταχύτερα σε λοιμώξεις. Ωστόσο, στη ρευματοειδή αρθρίτιδα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι αυτή η μνήμη μπορεί να ενισχύει τη φλεγμονή αντί να την περιορίζει.
Ο ρόλος της τενασκίνης-C
Κεντρικό στοιχείο της έρευνας αποτέλεσε η τενασκίνη-C, ένα μόριο της εξωκυττάριας μήτρας που απελευθερώνεται κατά τη διάρκεια τραυματισμού των αρθρώσεων. Η τενασκίνη-C λειτουργεί ως εσωτερικό «σήμα κινδύνου», ειδοποιώντας το ανοσοποιητικό σύστημα ότι υπάρχει βλάβη στους ιστούς. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι αυτό το μόριο δεν ενεργοποιεί απλώς τα μονοκύτταρα, αλλά τα επαναπρογραμματίζει μακροπρόθεσμα.
Σύμφωνα με τη βασική συγγραφέα της μελέτης, Άννα Μαρζέντα, η τενασκίνη-C καθιστά τα μονοκύτταρα υπερευαίσθητα όχι μόνο σε επαναλαμβανόμενα σήματα τραυματισμού, αλλά και σε άλλους φλεγμονώδεις παράγοντες που υπάρχουν στις αρθρώσεις των ασθενών με ΡΑ. Το αποτέλεσμα είναι μια ενισχυμένη και παρατεταμένη φλεγμονώδης απόκριση.
Ένας διαφορετικός τρόπος επαναπρογραμματισμού
Η έρευνα έδειξε ότι ο επαναπρογραμματισμός που προκαλείται από την τενασκίνη-C διαφέρει ουσιαστικά από εκείνον που προκαλείται από μολυσματικά ερεθίσματα. Αντί να οδηγεί σε μια ελεγχόμενη ανοσολογική αντίδραση, ενισχύει οδούς που σχετίζονται με διαταραγμένο κυτταρικό μεταβολισμό, κυτταρικό θάνατο που εξαρτάται από τον σίδηρο και μειωμένη ανταπόκριση στις θεραπείες. Αυτές οι αλλαγές συμβάλλουν στη χρόνια φλεγμονή και στη συνεχιζόμενη βλάβη των ιστών.
Επιγενετικές αλλαγές και γονιδιακή ρύθμιση
Περαιτέρω ανάλυση αποκάλυψε ότι η μνήμη των μονοκυττάρων συνδέεται με επιγενετικές αλλαγές, δηλαδή με τροποποιήσεις στον τρόπο που τα γονίδια ενεργοποιούνται ή απενεργοποιούνται χωρίς να αλλάζει το ίδιο το DNA. Τα μονοκύτταρα ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα εμφάνισαν αυξημένα επίπεδα πρωτεϊνών που ελέγχουν την προσβασιμότητα της χρωματίνης και τις τροποποιήσεις των ιστονών, διευκολύνοντας την ενεργοποίηση φλεγμονωδών γονιδίων.
Ιδιαίτερα έντονες ήταν οι οδοί μνήμης που καθοδηγούνται από την τενασκίνη-C σε υποσύνολα μακροφάγων που απομονώθηκαν από τις αρθρώσεις ασθενών και είναι γνωστό ότι σχετίζονται με εξάρσεις της νόσου.
Νέες θεραπευτικές προοπτικές
Η επικεφαλής της μελέτης, καθηγήτρια Kim Midwood, τόνισε ότι τα ευρήματα αποκαλύπτουν βιολογικές οδούς που μέχρι σήμερα δεν είχαν διερευνηθεί επαρκώς. Η στόχευση αυτών των μηχανισμών θα μπορούσε να επιτρέψει πιο εξειδικευμένες θεραπείες, οι οποίες θα καταστέλλουν την επιβλαβή φλεγμονή χωρίς να αποδυναμώνουν συνολικά το ανοσοποιητικό σύστημα.

Μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να μειώσει τις εξάρσεις της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, να περιορίσει τις παρενέργειες των θεραπειών και να βελτιώσει σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών, ανοίγοντας τον δρόμο για μια πιο στοχευμένη και αποτελεσματική διαχείριση της νόσου.

