Η ιατρική πρόληψη βρίσκεται σε καμπή, καθώς η παραδοσιακή λογική του «ίδιου ελέγχου για όλους» αρχίζει να αντικαθίσταται από πιο ακριβείς και εξατομικευμένες προσεγγίσεις. Μια μεγάλη αμερικανική μελέτη φέρνει στο προσκήνιο μια νέα φιλοσοφία στον προσυμπτωματικό έλεγχο για τον καρκίνο του μαστού, αμφισβητώντας την καθιερωμένη πρακτική των ετήσιων μαστογραφιών και προτείνοντας έναν έλεγχο βασισμένο στον ατομικό κίνδυνο κάθε γυναίκας.

Από την ηλικία στον ατομικό κίνδυνο
Για δεκαετίες, οι κατευθυντήριες οδηγίες για τον προσυμπτωματικό έλεγχο του καρκίνου του μαστού στηρίζονταν κυρίως στην ηλικία, με την υπόθεση ότι όλες οι γυναίκες διατρέχουν παρόμοιο κίνδυνο. Ωστόσο, είναι πλέον σαφές ότι ο κίνδυνος ποικίλλει σημαντικά ανάλογα με γενετικούς, βιολογικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες. Η μελέτη WISDOM (Women Informed to Screen Depending On Measures of risk) σχεδιάστηκε ακριβώς για να αξιολογήσει αν μια προσέγγιση βασισμένη στον ατομικό κίνδυνο μπορεί να είναι εξίσου ασφαλής — ή και πιο αποτελεσματική — από τον καθολικό ετήσιο έλεγχο.
Πώς σχεδιάστηκε η μελέτη WISDOM
Στην πρώτη φάση της μελέτης συμμετείχαν περίπου 46.000 γυναίκες από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι ερευνητές συνέκριναν δύο στρατηγικές: την τυπική ετήσια μαστογραφία και έναν εξατομικευμένο έλεγχο που προσαρμοζόταν στο επίπεδο κινδύνου κάθε γυναίκας. Η αξιολόγηση κινδύνου βασίστηκε σε επικυρωμένα μοντέλα που ενσωμάτωναν ηλικία, γενετικές πληροφορίες, οικογενειακό και ατομικό ιατρικό ιστορικό, τρόπο ζωής και πυκνότητα μαστού.
Τέσσερις κατηγορίες κινδύνου, τέσσερις στρατηγικές
Με βάση τα αποτελέσματα της αξιολόγησης, οι γυναίκες κατατάχθηκαν σε τέσσερις κατηγορίες κινδύνου. Περίπου το 26% ταξινομήθηκε ως χαμηλού κινδύνου και δεν υποβλήθηκε σε προληπτικό έλεγχο πριν από τα 50 έτη, εκτός αν ο υπολογιζόμενος κίνδυνος αυξανόταν νωρίτερα. Η πλειονότητα, περίπου 62%, ανήκε στη μέτρια κατηγορία και ακολουθούσε έλεγχο ανά δύο χρόνια. Ένα 8% με αυξημένο κίνδυνο υποβαλλόταν σε ετήσια μαστογραφία, ενώ το 2% με τον υψηλότερο κίνδυνο έκανε δύο ελέγχους τον χρόνο, εναλλάσσοντας μαστογραφία και μαγνητική τομογραφία, ανεξαρτήτως ηλικίας.
Ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της εξατομίκευσης
Το πιο κρίσιμο ερώτημα ήταν αν η μείωση της συχνότητας ελέγχου σε γυναίκες χαμηλότερου κινδύνου θα οδηγούσε σε διάγνωση καρκίνων σε πιο προχωρημένο στάδιο. Τα αποτελέσματα ήταν καθησυχαστικά. Η προσέγγιση βάσει κινδύνου δεν αύξησε τη συχνότητα εμφάνισης καρκίνων υψηλότερου σταδίου, γεγονός που υποδηλώνει ότι η εξατομίκευση μπορεί να είναι ασφαλής, χωρίς να θυσιάζεται η έγκαιρη διάγνωση.
Ο ρόλος της γενετικής πληροφορίας
Ιδιαίτερη σημασία είχε η ενσωμάτωση γενετικών δεδομένων. Η μελέτη προσέφερε γενετικό έλεγχο ανεξάρτητα από το οικογενειακό ιστορικό, αποκαλύπτοντας ότι περίπου το 30% των γυναικών με παθογόνες μεταλλάξεις αυξημένου κινδύνου δεν είχαν γνωστό οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού. Αυτό σημαίνει ότι, με βάση τις ισχύουσες οδηγίες, πολλές από αυτές τις γυναίκες δεν θα είχαν εντοπιστεί ως υψηλού κινδύνου. Επιπλέον, η χρήση πολυγονιδιακών βαθμολογιών κινδύνου βελτίωσε περαιτέρω την ακρίβεια της πρόβλεψης, μετακινώντας σημαντικό ποσοστό συμμετεχόντων σε διαφορετική κατηγορία κινδύνου.
Πρόληψη πέρα από τον έλεγχο
Για τις γυναίκες με αυξημένο ή υψηλό κίνδυνο, η μελέτη δεν περιορίστηκε στον έλεγχο. Παρείχε εξατομικευμένες συστάσεις πρόληψης, συμπεριλαμβανομένων παρεμβάσεων στον τρόπο ζωής, όπως η διατροφή και η άσκηση, αλλά και συζήτηση για φαρμακευτικές επιλογές μείωσης κινδύνου. Η προσέγγιση αυτή ενισχύει την ιδέα ότι ο προσυμπτωματικός έλεγχος πρέπει να αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής πρόληψης.

Τι σημαίνουν τα ευρήματα για το μέλλον
Το γεγονός ότι το 89% των γυναικών που είχαν τη δυνατότητα επιλογής προτίμησε τον έλεγχο βάσει κινδύνου δείχνει ότι η εξατομίκευση δεν είναι μόνο επιστημονικά τεκμηριωμένη, αλλά και κοινωνικά αποδεκτή. Η μετατόπιση πόρων από γυναίκες χαμηλού κινδύνου προς εκείνες που διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο μπορεί να καταστήσει τον προσυμπτωματικό έλεγχο πιο αποδοτικό και πιο δίκαιο. Καθώς η μελέτη WISDOM συνεχίζεται με τη φάση 2.0, τα δεδομένα αυτά ενδέχεται να αποτελέσουν τη βάση για μια ουσιαστική αναθεώρηση των διεθνών κλινικών οδηγιών και να σηματοδοτήσουν μια νέα εποχή στην πρόληψη του καρκίνου του μαστού.

