Nέα επιστημονική έρευνα που δημοσιεύθηκε στο έγκριτο περιοδικό Arthritis & Rheumatology ενισχύει τις ανησυχίες για τις επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στην ανθρώπινη υγεία, αποκαλύπτοντας ότι η χρόνια έκθεση σε ατμοσφαιρικούς ρύπους μπορεί να αυξήσει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης συστηματικού ερυθηματώδους λύκου. Ο λύκος είναι μια σοβαρή αυτοάνοση νόσος που μπορεί να επηρεάσει πολλαπλά όργανα και συστήματα του σώματος, με συχνά απρόβλεπτη πορεία.

Τι είναι ο λύκος και γιατί αποτελεί πρόκληση
Ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος είναι μια χρόνια αυτοάνοση ασθένεια κατά την οποία το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στους ίδιους τους ιστούς του οργανισμού. Μπορεί να προσβάλει το δέρμα, τις αρθρώσεις, τα νεφρά, την καρδιά, τους πνεύμονες και το νευρικό σύστημα, προκαλώντας συμπτώματα που κυμαίνονται από κόπωση και πόνο έως απειλητικές για τη ζωή επιπλοκές. Αν και η γενετική προδιάθεση παίζει σημαντικό ρόλο, οι περιβαλλοντικοί παράγοντες θεωρούνται κρίσιμοι για την εκδήλωση της νόσου.
Η μελέτη της UK Biobank
Για να διερευνήσουν τη σχέση μεταξύ ατμοσφαιρικής ρύπανσης και λύκου, οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 459.815 συμμετέχοντες της UK Biobank, μιας από τις μεγαλύτερες βάσεις βιοϊατρικών δεδομένων παγκοσμίως. Οι συμμετέχοντες παρακολουθήθηκαν για μια μέση περίοδο 11,77 ετών, επιτρέποντας στους επιστήμονες να καταγράψουν με ακρίβεια την εμφάνιση νέων περιπτώσεων λύκου και να τις συσχετίσουν με περιβαλλοντικές και γενετικές παραμέτρους.
Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης, εντοπίστηκαν συνολικά 399 νέα περιστατικά λύκου. Παρότι ο αριθμός αυτός είναι σχετικά μικρός σε σχέση με το συνολικό δείγμα, η μεγάλη χρονική διάρκεια της μελέτης και το μέγεθος του πληθυσμού ενισχύουν την αξιοπιστία των ευρημάτων.
Ρύπανση και αυξημένος κίνδυνος
Η ανάλυση έδειξε ότι η έκθεση σε ατμοσφαιρικούς ρύπους συνδέεται με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης λύκου. Οι ερευνητές εξέτασαν τη μακροχρόνια έκθεση σε βασικούς ρύπους του αέρα, οι οποίοι είναι γνωστό ότι προκαλούν φλεγμονή και οξειδωτικό στρες στον οργανισμό. Οι μηχανισμοί αυτοί θεωρούνται πιθανοί «εκκινητές» της αυτοάνοσης απόκρισης σε άτομα με προδιάθεση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ο κίνδυνος δεν ήταν ο ίδιος για όλους. Τα άτομα που συνδύαζαν υψηλή γενετική προδιάθεση με υψηλή έκθεση σε ατμοσφαιρική ρύπανση είχαν τον μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης λύκου, σε σύγκριση με όσους είχαν χαμηλό γενετικό κίνδυνο και ζούσαν σε περιοχές με καθαρότερο αέρα.
Η αλληλεπίδραση γονιδίων και περιβάλλοντος
Τα ευρήματα της μελέτης υπογραμμίζουν τη σημασία της αλληλεπίδρασης μεταξύ γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων στην ανάπτυξη αυτοάνοσων νοσημάτων. Η γενετική προδιάθεση από μόνη της δεν αρκεί για να προκαλέσει λύκο, αλλά όταν συνδυάζεται με επιβαρυντικούς περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως η ατμοσφαιρική ρύπανση, ο κίνδυνος αυξάνεται αισθητά.
Αυτή η παρατήρηση ενισχύει την άποψη ότι πολλές αυτοάνοσες ασθένειες δεν οφείλονται σε έναν μόνο παράγοντα, αλλά προκύπτουν από μια σύνθετη αλληλεπίδραση βιολογικών και περιβαλλοντικών επιδράσεων.
Δημόσια υγεία και πολιτικές επιπτώσεις
Σύμφωνα με τον συν-αντίστοιχο συγγραφέα της μελέτης, Yaohua Tian, Ph.D., από το Πανεπιστήμιο Επιστήμης και Τεχνολογίας Huazhong στην Κίνα, τα αποτελέσματα παρέχουν κρίσιμες πληροφορίες για τον ρόλο της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στις αυτοάνοσες ασθένειες. Όπως σημείωσε, τα ευρήματα θα μπορούσαν να συμβάλουν στη διαμόρφωση αυστηρότερων κανονισμών για την ποιότητα του αέρα, με στόχο τη μείωση της έκθεσης του πληθυσμού σε επιβλαβείς ρύπους.

Ένα ακόμη επιχείρημα για καθαρότερο αέρα
Η μελέτη προστίθεται σε ένα συνεχώς αυξανόμενο σώμα επιστημονικών στοιχείων που δείχνουν ότι η ατμοσφαιρική ρύπανση δεν επηρεάζει μόνο το αναπνευστικό και το καρδιαγγειακό σύστημα, αλλά μπορεί να παίζει ρόλο και στην εμφάνιση πολύπλοκων αυτοάνοσων νοσημάτων. Η μείωση της ρύπανσης του αέρα δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντικό στόχο, αλλά και σημαντική επένδυση στη δημόσια υγεία, με δυνητικά μακροπρόθεσμα οφέλη για την πρόληψη σοβαρών χρόνιων ασθενειών όπως ο λύκος.

