Η πανδημία COVID-19 άφησε βαθιά και μακροχρόνια σημάδια στις κοινωνίες και τα συστήματα υγείας παγκοσμίως. Ίσως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της αλλαγής είναι η επιδείνωση της δυναμικότητας στα γηροκομεία, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες (ΗΠΑ). Παρά το γεγονός ότι ο πληθυσμός γερνάει, η συνολική λειτουργική δυναμικότητα των μονάδων φροντίδας ηλικιωμένων έχει υποχωρήσει σημαντικά από τότε που ξεκίνησε η πανδημία, δημιουργώντας προκλήσεις για ηλικιωμένους, οικογένειες και ολόκληρα συστήματα υγείας.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι μεταξύ του 2019 και του 2024 η λειτουργική δυναμικότητα στα γηροκομεία στις ΗΠΑ έχει μειωθεί κατά περίπου 5 %, κάτι που αντιστοιχεί σε χιλιάδες λιγότερες διαθέσιμες κλίνες για νέους ασθενείς και ηλικιωμένους που χρειάζονται μακροχρόνια φροντίδα. Αυτή η μείωση δεν αφορά μόνο τον αριθμό των φυσικών κλινών, αλλά και την ικανότητα των δομών να λειτουργούν κανονικά — με προσωπικό, πόρους και υποδομές ικανές να υποστηρίζουν τους κατοίκους τους.
Ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι οι αγροτικές περιοχές δοκιμάζονται περισσότερο από αυτό το φαινόμενο. Σε πολλές περιοχές των ΗΠΑ, όπου η πρόσβαση σε υπηρεσίες φροντίδας ήταν ήδη περιορισμένη, η υποχώρηση της δυναμικότητας των γηροκομείων υπερβαίνει το 15 % σε αρκετές κομητείες. Σε κάποιες από αυτές τις περιοχές το ποσοστό φτάνει ή ξεπερνά το 25 %, καθιστώντας ακόμη πιο δύσκολη την εξεύρεση κατάλληλων δομών για τα άτομα που τις χρειάζονται.
Η πτώση στη δυναμικότητα των γηροκομείων δεν είναι απλά ένας αριθμός. Έχει σοβαρές πρακτικές επιπτώσεις για τους ηλικιωμένους και τις οικογένειές τους. Πολλοί ασθενείς που έλαβαν εξιτήριο από νοσοκομεία και χρειάζονταν συνέχιση φροντίδας σε εξειδικευμένες μονάδες δεν μπορούσαν να βρουν θέση κοντά στο σπίτι τους. Αυτό οδήγησε σε αυξημένες περιόδους νοσηλείας και σε παραμονές σε νοσοκομειακές κλίνες πολύ περισσότερο από όσο θα ήταν ιατρικά απαραίτητο, επιβαρύνοντας το σύστημα υγείας και τις οικογενειακές οικονομίες.
Ένα από τα βαθύτερα αίτια αυτής της υποχώρησης είναι οι ελλείψεις σε προσωπικό, ειδικά σε νοσηλευτές και εξειδικευμένο προσωπικό μακροχρόνιας φροντίδας. Η πανδημία επηρέασε σημαντικά το εργατικό δυναμικό στον τομέα της υγείας, με πολλούς εργαζόμενους να αποχωρούν πρόωρα, να αλλάζουν επάγγελμα ή να μειώνουν τις ώρες εργασίας τους λόγω εξουθένωσης, κινδύνου μόλυνσης και έντονου εργασιακού στρες. Η έλλειψη αυτή παραμένει ένα κρίσιμο πρόβλημα και μετά την πανδημία, επηρεάζοντας την ικανότητα των γηροκομείων να λειτουργούν στο πλήρες δυναμικό τους.
Η συνέπεια είναι διπλή: αφενός οι υπάρχουσες κλίνες μένουν άδειες επειδή η δομή δεν έχει επαρκές προσωπικό για να τις λειτουργήσει, και αφετέρου αυξάνεται ο ανταγωνισμός για διαθέσιμους πόρους και θέσεις ανάμεσα στους ηλικιωμένους που χρειάζονται φροντίδα. Πολλοί από αυτούς μεταφέρονται σε δομές που βρίσκονται πολύ πιο μακριά από τα σπίτια τους, γεγονός που δυσχεραίνει την τακτική επίσκεψη της οικογένειας και την παροχή κοινωνικής υποστήριξης — παράγοντες που γνωρίζουμε ότι είναι ζωτικής σημασίας για την ποιότητα ζωής των ηλικιωμένων.
Άλλη επιπλέον επίπτωση αφορά την αποσυμφόρηση των νοσοκομείων. Συνήθως, τα γηροκομεία λειτουργούν και ως μεταβατικοί χώροι φροντίδας για ηλικιωμένους που αποχωρούν από το νοσοκομείο αλλά δεν είναι ακόμη έτοιμοι να επιστρέψουν στο σπίτι τους. Όταν όμως η δυναμικότητα μειώνεται, οι ασθενείς μένουν για περισσότερες ημέρες στα νοσοκομεία, καταλαμβάνοντας πολύτιμες κλίνες και αυξάνοντας το κόστος φροντίδας.

Η συζήτηση για το μέλλον της μακροχρόνιας φροντίδας και των γηροκομείων, λοιπόν, δεν μπορεί να περιοριστεί σε στατιστικές μειώσεις δυναμικότητας. Αφορά την ποιότητα ζωής των ηλικιωμένων, την κοινωνική και οικογενειακή συνοχή, αλλά και τη βιωσιμότητα των συστημάτων υγειονομικής περίθαλψης συνολικά. Η πολιτεία, οι φορείς υγείας και η κοινωνία καλούνται να βρουν τρόπους να στηρίξουν το εργατικό δυναμικό στις δομές φροντίδας, να ενισχύσουν τα κίνητρα για επαγγελματική εκπαίδευση και να επενδύσουν στη μακροχρόνια φροντίδα ως αναπόσπαστο μέρος του σύγχρονου υγειονομικού οικοσυστήματος.
Η πρόκληση είναι σαφής: ενώ οι κοινωνίες γερνούν και η ζήτηση για εξειδικευμένη φροντίδα αυξάνεται, οι πόροι και η δυναμικότητα στους χώρους φροντίδας των ηλικιωμένων δεν ακολουθούν αυτή την τάση. Αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα, αυτό το χάσμα μπορεί να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα πρόσβασης και ποιότητας υπηρεσιών στις επόμενες δεκαετίες.

