Τα ινομυώματα της μήτρας αποτελούν μία από τις συχνότερες καλοήθεις παθήσεις του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος. Υπολογίζεται ότι έως και το 60% των γυναικών θα εμφανίσουν ινομυώματα κάποια στιγμή στη ζωή τους, κυρίως κατά την αναπαραγωγική ηλικία. Αν και στις περισσότερες περιπτώσεις είναι ασυμπτωματικά, σε άλλες μπορεί να επηρεάσουν σημαντικά την ποιότητα ζωής και τη γονιμότητα, καθιστώντας απαραίτητη τη σωστή διάγνωση και αντιμετώπιση.

Τι είναι τα ινομυώματα
Τα ινομυώματα είναι καλοήθεις όγκοι που αναπτύσσονται από τον μυϊκό ιστό της μήτρας. Διαφέρουν σε μέγεθος, αριθμό και θέση. Μπορεί να είναι μικροσκοπικά ή να φτάνουν σε μέγεθος αρκετών εκατοστών, προκαλώντας διόγκωση της μήτρας. Ανάλογα με τη θέση τους, διακρίνονται σε υποβλεννογόνια, ενδοτοιχωματικά και υπορογόνια, με κάθε κατηγορία να προκαλεί διαφορετικά συμπτώματα.
Ποια είναι τα πιθανά συμπτώματα
Πολλές γυναίκες δεν εμφανίζουν κανένα σύμπτωμα και τα ινομυώματα εντοπίζονται τυχαία σε έναν γυναικολογικό έλεγχο. Όταν όμως προκαλούν συμπτώματα, αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν έντονη ή παρατεταμένη εμμηνορρυσία, αιμορραγία μεταξύ των περιόδων, πόνο ή βάρος στην πύελο, συχνουρία λόγω πίεσης στην ουροδόχο κύστη και δυσκοιλιότητα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα ινομυώματα σχετίζονται με δυσκολία σύλληψης ή επιπλοκές στην εγκυμοσύνη.
Διάγνωση των ινομυωμάτων
Η διάγνωση ξεκινά συνήθως με τον γυναικολογικό έλεγχο, κατά τον οποίο ο γιατρός μπορεί να ψηλαφήσει μια διογκωμένη ή ανώμαλη μήτρα. Η βασικότερη εξέταση για την επιβεβαίωση της διάγνωσης είναι το υπερηχογράφημα, διακοιλιακό ή διακολπικό, το οποίο επιτρέπει τον εντοπισμό του μεγέθους, του αριθμού και της θέσης των ινομυωμάτων.
Σε πιο σύνθετες περιπτώσεις, μπορεί να χρειαστούν επιπλέον εξετάσεις, όπως μαγνητική τομογραφία για πιο λεπτομερή απεικόνιση ή υστεροσκόπηση, ιδιαίτερα όταν υπάρχει υποψία ότι τα ινομυώματα επηρεάζουν την κοιλότητα της μήτρας. Η σωστή διάγνωση είναι καθοριστική για την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας.
Πότε χρειάζεται αντιμετώπιση
Δεν απαιτούν όλα τα ινομυώματα θεραπεία. Όταν είναι μικρά και ασυμπτωματικά, συχνά αρκεί η τακτική παρακολούθηση. Η αντιμετώπιση κρίνεται απαραίτητη όταν τα ινομυώματα προκαλούν έντονα συμπτώματα, αναιμία λόγω αιμορραγίας, πόνο ή προβλήματα γονιμότητας, ή όταν αυξάνονται γρήγορα σε μέγεθος.
Συντηρητική και φαρμακευτική αντιμετώπιση
Η φαρμακευτική αγωγή στοχεύει κυρίως στον έλεγχο των συμπτωμάτων και όχι στην οριστική εξάλειψη των ινομυωμάτων. Ορμονικές θεραπείες, όπως αντισυλληπτικά χάπια ή προγεστερινοειδή, μπορούν να μειώσουν την αιμορραγία και τον πόνο. Σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται ειδικά φάρμακα που μειώνουν προσωρινά το μέγεθος των ινομυωμάτων, κυρίως πριν από χειρουργική επέμβαση.
Η συντηρητική προσέγγιση είναι συχνά κατάλληλη για γυναίκες που βρίσκονται κοντά στην εμμηνόπαυση, καθώς τα ινομυώματα τείνουν να συρρικνώνονται όταν μειώνονται τα επίπεδα των οιστρογόνων.
Χειρουργικές και επεμβατικές επιλογές
Όταν τα συμπτώματα είναι σοβαρά ή η φαρμακευτική αγωγή δεν επαρκεί, εξετάζονται οι επεμβατικές λύσεις. Η μυομεκτομή είναι η χειρουργική αφαίρεση των ινομυωμάτων, διατηρώντας τη μήτρα, και προτιμάται σε γυναίκες που επιθυμούν μελλοντική εγκυμοσύνη. Ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να γίνει λαπαροσκοπικά, υστεροσκοπικά ή με ανοιχτή επέμβαση.
Η υστερεκτομή, δηλαδή η αφαίρεση της μήτρας, αποτελεί οριστική λύση και προτείνεται συνήθως όταν η γυναίκα δεν επιθυμεί τεκνοποίηση και τα συμπτώματα είναι έντονα. Υπάρχουν επίσης λιγότερο επεμβατικές μέθοδοι, όπως ο εμβολισμός των μητριαίων αρτηριών, που μειώνει την αιμάτωση των ινομυωμάτων και οδηγεί σε συρρίκνωσή τους.
Ζωή με ινομυώματα και πρόληψη
Αν και δεν υπάρχει τρόπος να προληφθεί πλήρως η εμφάνιση ινομυωμάτων, η υγιεινή διατροφή, η διατήρηση φυσιολογικού βάρους και η τακτική άσκηση φαίνεται να συμβάλλουν στη συνολική ορμονική ισορροπία. Η τακτική γυναικολογική παρακολούθηση επιτρέπει την έγκαιρη διάγνωση και την προσαρμογή της αντιμετώπισης στις ανάγκες κάθε γυναίκας.
Τα ινομυώματα είναι μια συχνή αλλά διαχειρίσιμη κατάσταση. Με τη σωστή διάγνωση και την εξατομικευμένη επιλογή θεραπείας, οι περισσότερες γυναίκες μπορούν να ανακουφιστούν από τα συμπτώματα και να διατηρήσουν καλή ποιότητα ζωής. Η συνεργασία με τον γυναικολόγο και η ενημέρωση αποτελούν το κλειδί για την κατάλληλη αντιμετώπιση.


