Η ορμονοθεραπεία κατά την εμμηνόπαυση, γνωστή και ως ορμονοθεραπεία υποκατάστασης (HRT), αποτελεί εδώ και δεκαετίες αντικείμενο έντονου επιστημονικού και κοινωνικού διαλόγου. Παρότι είναι αποτελεσματική στην ανακούφιση ενοχλητικών συμπτωμάτων, όπως οι εξάψεις και οι διαταραχές ύπνου, η χρήση της μειώθηκε σημαντικά λόγω ανησυχιών για την ασφάλεια και τη μακροχρόνια επίδρασή της στη θνησιμότητα. Μια νέα, μεγάλης κλίμακας δανική μελέτη έρχεται να προσφέρει καθησυχαστικά στοιχεία.
Τι έδειξε η νέα δανική μελέτη
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο The BMJ από τον Όμιλος BMJ, ανέλυσε δεδομένα από περισσότερες από 800.000 γυναίκες στη Δανία. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η χρήση ορμονοθεραπείας στην εμμηνόπαυση δεν σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία. Τα ευρήματα αυτά ενισχύουν τις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες, οι οποίες προτείνουν τη χορήγηση HRT σε γυναίκες που βρίσκονται στα πρώτα χρόνια μετά την έναρξη της εμμηνόπαυσης και εμφανίζουν μέτρια έως σοβαρά συμπτώματα, εφόσον δεν υπάρχουν αντενδείξεις.
Γιατί υπήρχαν ανησυχίες στο παρελθόν
Οι ανησυχίες γύρω από την ορμονοθεραπεία εντάθηκαν κυρίως τις τελευταίες δύο δεκαετίες, μετά από παλαιότερες μελέτες που συνέδεαν ορισμένα σχήματα HRT με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών επεισοδίων, καρκίνου του μαστού και θρομβώσεων. Αυτές οι πληροφορίες οδήγησαν πολλές γυναίκες, αλλά και επαγγελματίες υγείας, να αντιμετωπίζουν τη θεραπεία με επιφύλαξη, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου τα οφέλη στην ποιότητα ζωής ήταν σημαντικά.
Ο σχεδιασμός της έρευνας
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν εθνικά μητρώα υγείας της Δανίας και παρακολούθησαν γυναίκες που γεννήθηκαν μεταξύ 1950 και 1977, από την ηλικία των 45 ετών έως το 2023. Εξαιρέθηκαν γυναίκες με ιστορικό σοβαρών παθήσεων, όπως καρκίνος του μαστού ή θρομβώσεις, καθώς και όσες είχαν ήδη λάβει ορμονοθεραπεία στο παρελθόν. Με αυτόν τον τρόπο, η ανάλυση επικεντρώθηκε σε έναν πληθυσμό για τον οποίο η HRT θα μπορούσε θεωρητικά να θεωρηθεί κατάλληλη.
Τι έδειξαν τα αποτελέσματα για τη θνησιμότητα
Αρχικά, χωρίς προσαρμογή για άλλους παράγοντες υγείας και κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά, φάνηκε ότι οι γυναίκες που είχαν χρησιμοποιήσει ορμονοθεραπεία είχαν υψηλότερο ποσοστό θανάτων. Όταν όμως οι ερευνητές έλαβαν υπόψη κρίσιμους παράγοντες, όπως η ηλικία, το εισόδημα, η εκπαίδευση και οι υποκείμενες παθήσεις, η διαφορά αυτή εξαφανίστηκε. Με απλά λόγια, η ορμονοθεραπεία δεν αύξησε τον συνολικό κίνδυνο θανάτου.
Διάρκεια χρήσης και αιτίες θανάτου
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το εύρημα ότι ακόμη και η μακροχρόνια χρήση, διάρκειας δέκα ετών ή και περισσότερο, δεν συνδέθηκε με αυξημένη θνησιμότητα. Επιπλέον, δεν παρατηρήθηκαν σαφείς διαφορές μεταξύ των γυναικών που έλαβαν HRT και εκείνων που δεν έλαβαν, όσον αφορά θανάτους από καρδιαγγειακά νοσήματα, εγκεφαλικά επεισόδια ή καρκίνο. Αυτό ενισχύει την εικόνα ότι η θεραπεία, όταν χορηγείται σωστά, είναι ασφαλής.
Ιδιαίτερα οφέλη μετά από ωοθηκεκτομή
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα αφορά τις γυναίκες που είχαν υποβληθεί σε αμφοτερόπλευρη ωοθηκεκτομή για μη καρκινικούς λόγους σε ηλικία 45 έως 54 ετών. Σε αυτή την ομάδα, η χρήση ορμονοθεραπείας συσχετίστηκε με 27–34% χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου σε σύγκριση με όσες δεν έλαβαν θεραπεία. Το αποτέλεσμα αυτό ανοίγει τη συζήτηση για το αν η HRT θα πρέπει να προσφέρεται συστηματικότερα σε αυτές τις γυναίκες.
Διαδερμική ορμονοθεραπεία και μελλοντική έρευνα
Η μελέτη υπέδειξε επίσης ότι οι διαδερμικές μορφές ορμονοθεραπείας, όπως τα επιθέματα και τα τζελ, ενδέχεται να συνδέονται με ελαφρώς χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου σε σύγκριση με τη μη χρήση θεραπείας. Αν και το εύρημα αυτό χρειάζεται επιβεβαίωση, προσθέτει ένα ακόμη στοιχείο υπέρ της εξατομικευμένης προσέγγισης.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα για τις γυναίκες σήμερα
Παρότι πρόκειται για παρατηρητική μελέτη και δεν μπορεί να αποδείξει αιτιώδη σχέση, το μεγάλο μέγεθος του δείγματος και η μακρά παρακολούθηση καθιστούν τα αποτελέσματα ιδιαίτερα αξιόπιστα. Συνολικά, τα δεδομένα δείχνουν ότι η ορμονοθεραπεία στην εμμηνόπαυση δεν αυξάνει τη θνησιμότητα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να προσφέρει και όφελος επιβίωσης. Για πολλές γυναίκες, αυτό σημαίνει ότι μπορούν να συζητήσουν με μεγαλύτερη ασφάλεια τις θεραπευτικές επιλογές τους με τον γιατρό τους, εστιάζοντας όχι μόνο στους πιθανούς κινδύνους, αλλά και στα σημαντικά οφέλη για την ποιότητα ζωής.

