Μια νέα μελέτη από το Πανεπιστήμιο Northwestern δείχνει ότι η χρονικά περιορισμένη νηστεία μπορεί να αποδώσει σημαντικά οφέλη για την καρδιαγγειακή και μεταβολική υγεία, όταν ευθυγραμμίζεται με τον φυσικό κιρκάδιο ρυθμό ύπνου-αφύπνισης. Το εντυπωσιακό στοιχείο της έρευνας είναι ότι τα οφέλη αυτά προέκυψαν χωρίς αλλαγή στη συνολική θερμιδική πρόσληψη των συμμετεχόντων.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από το Northwestern Medicine και επικεντρώθηκε σε μεσήλικες και ηλικιωμένους ενήλικες με αυξημένο κίνδυνο καρδιομεταβολικών παθήσεων. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η παράταση της νυχτερινής νηστείας κατά περίπου δύο ώρες, σε συνδυασμό με χαμηλό φωτισμό και αποφυγή φαγητού για τουλάχιστον τρεις ώρες πριν τον ύπνο, οδήγησε σε μετρήσιμες βελτιώσεις τόσο κατά τη διάρκεια της νύχτας όσο και της ημέρας.
Ο ρόλος του κιρκάδιου ρυθμού
Ο κιρκάδιος ρυθμός αποτελεί έναν βασικό βιολογικό μηχανισμό που ρυθμίζει κρίσιμες λειτουργίες του οργανισμού, όπως η αρτηριακή πίεση, ο καρδιακός ρυθμός και ο μεταβολισμός της γλυκόζης. Σύμφωνα με την πρώτη συγγραφέα της μελέτης, Δρ. Daniela Grimaldi, ερευνήτρια αναπληρώτρια καθηγήτρια νευρολογίας στο τμήμα ιατρικής ύπνου της Ιατρικής Σχολής Feinberg, ο συγχρονισμός της νηστείας με τον ύπνο μπορεί να ενισχύσει τον συντονισμό μεταξύ καρδιάς, μεταβολισμού και ύπνου, προστατεύοντας τη συνολική καρδιαγγειακή υγεία.
Η μελέτη, με τίτλο «Η εκτεταμένη ολονύκτια νηστεία σε συνδυασμό με τον ύπνο βελτιώνει τη νυχτερινή και ημερήσια καρδιομεταβολική λειτουργία», δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Arteriosclerosis, Thrombosis, and Vascular Biology.
Δεν έχει σημασία μόνο το τι τρώμε, αλλά και πότε
Η αντίστοιχη συγγραφέας της μελέτης, Δρ. Phyllis Zee, διευθύντρια του Κέντρου Κιρκαδικής Ιατρικής και Ιατρικής Ύπνου στο Feinberg, υπογραμμίζει ότι ο χρόνος κατανάλωσης τροφής σε σχέση με τον ύπνο είναι εξίσου σημαντικός με την ποσότητα και την ποιότητα της διατροφής. Όπως επισημαίνει, η χρονικά περιορισμένη κατανάλωση τροφής μπορεί να προσφέρει ουσιαστικά φυσιολογικά οφέλη, όταν είναι προσαρμοσμένη στο βιολογικό ρολόι του οργανισμού.
Η ανάγκη για τέτοιες παρεμβάσεις είναι ιδιαίτερα έντονη, καθώς προηγούμενα δεδομένα δείχνουν ότι λιγότερο από το 7% των ενηλίκων στις Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν βέλτιστη καρδιομεταβολική υγεία. Η κακή ρύθμιση αυτών των παραμέτρων αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2, μη αλκοολικής λιπώδους νόσου του ήπατος και καρδιαγγειακών παθήσεων.
Μετρήσιμα οφέλη στην καρδιά και το σάκχαρο
Στη μελέτη διάρκειας 7,5 εβδομάδων συμμετείχαν 39 υπέρβαροι ή παχύσαρκοι ενήλικες ηλικίας 36 έως 75 ετών. Οι συμμετέχοντες είτε ακολούθησαν ένα πρωτόκολλο εκτεταμένης νυχτερινής νηστείας διάρκειας 13 έως 16 ωρών είτε διατήρησαν τη συνήθη νηστεία τους, που κυμαινόταν από 11 έως 13 ώρες. Και στις δύο ομάδες εφαρμόστηκε χαμήλωμα του φωτισμού τρεις ώρες πριν τον ύπνο.
Όσοι σταμάτησαν να τρώνε τουλάχιστον τρεις ώρες πριν κοιμηθούν παρουσίασαν σημαντικές βελτιώσεις στην αρτηριακή πίεση και τον καρδιακό ρυθμό κατά τη διάρκεια της νύχτας, με πιο φυσιολογική πτώση των τιμών αυτών στον ύπνο. Επιπλέον, καταγράφηκε καλύτερος έλεγχος του σακχάρου στο αίμα κατά τη διάρκεια της ημέρας, γεγονός που υποδηλώνει αποτελεσματικότερη ανταπόκριση του παγκρέατος και καλύτερη ρύθμιση της ινσουλίνης.
Μια προσιτή μη φαρμακολογική στρατηγική
Με ποσοστό συμμόρφωσης που άγγιξε το 90%, οι ερευνητές θεωρούν ότι η αξιοποίηση του ύπνου ως σημείου αναφοράς για τον χρονισμό των γευμάτων μπορεί να αποτελέσει μια ρεαλιστική και εφαρμόσιμη στρατηγική βελτίωσης της καρδιομεταβολικής υγείας. Ιδιαίτερα για μεσήλικες και ηλικιωμένους ενήλικες υψηλού κινδύνου, η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε να λειτουργήσει συμπληρωματικά ή ακόμη και προληπτικά.
Οι συγγραφείς της μελέτης σχεδιάζουν να βελτιώσουν περαιτέρω το πρωτόκολλο και να το δοκιμάσουν σε μεγαλύτερες, πολυκεντρικές κλινικές μελέτες, ώστε να επιβεβαιωθούν τα ευρήματα και να αξιολογηθεί η ευρύτερη εφαρμογή τους.

