Οι κρίσεις πανικού είναι αιφνίδια επεισόδια έντονου φόβου που εμφανίζονται χωρίς προφανή εξωτερική απειλή και συνοδεύονται από έντονα σωματικά συμπτώματα, όπως ταχυκαρδία, δύσπνοια, εφίδρωση και πόνο στο στήθος. Υπολογίζεται ότι περίπου το 10% του πληθυσμού θα βιώσει τουλάχιστον μία κρίση πανικού στη διάρκεια της ζωής του. Ωστόσο, για το 2–3% των ανθρώπων, οι κρίσεις είναι τόσο συχνές και σοβαρές ώστε εξελίσσονται σε διαταραχή πανικού, μια κατάσταση που μπορεί να επηρεάσει δραστικά την ποιότητα ζωής.

Η καθιερωμένη θεραπευτική προσέγγιση για τη διαταραχή πανικού είναι η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία (CBT), συχνά σε συνδυασμό με αντικαταθλιπτικά φάρμακα. Μία από τις πιο αποτελεσματικές τεχνικές της CBT είναι η ενδοδεκτική έκθεση, κατά την οποία ο ασθενής εκτίθεται εσκεμμένα σε σωματικές αισθήσεις που μοιάζουν με εκείνες μιας κρίσης πανικού, σε ελεγχόμενο και ασφαλές περιβάλλον. Ο στόχος είναι να μάθει ότι τα συμπτώματα αυτά, όσο δυσάρεστα κι αν είναι, δεν είναι επικίνδυνα.
Παραδοσιακά, η ενδοδεκτική έκθεση εφαρμόζεται μέσω ασκήσεων γραφείου, όπως ο εκούσιος υπεραερισμός ή η περιστροφή σε καρέκλα. Ωστόσο, νέα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι μια πιο φυσική και έντονη μορφή έκθεσης — η σύντομη έντονη διαλειμματική άσκηση — μπορεί να είναι ακόμη πιο αποτελεσματική.
Τι έδειξε η νέα μελέτη
Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Frontiers in Psychiatry. Σύμφωνα με τον επικεφαλής ερευνητή, Δρ. Ricardo William Muotri από το Πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο, ένα πρόγραμμα 12 εβδομάδων σύντομης έντονης διαλειμματικής άσκησης μπορεί να λειτουργήσει ως αποτελεσματική στρατηγική ενδοδεκτικής έκθεσης για ασθενείς με διαταραχή πανικού.
Στη μελέτη συμμετείχαν 102 ενήλικες άνδρες και γυναίκες με διαγνωσμένη διαταραχή πανικού. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες: η πρώτη ακολούθησε πρόγραμμα έντονης διαλειμματικής άσκησης, ενώ η δεύτερη συμμετείχε σε πρόγραμμα θεραπείας χαλάρωσης, μια συνηθισμένη πρακτική στη CBT. Καμία από τις δύο ομάδες δεν έλαβε φαρμακευτική αγωγή κατά τη διάρκεια της μελέτης.
Το πρόγραμμα άσκησης
Η ομάδα άσκησης πραγματοποιούσε τρεις συνεδρίες την εβδομάδα. Κάθε συνεδρία περιλάμβανε διατάσεις, 15 λεπτά περπάτημα, μία έως έξι περιόδους τρεξίματος υψηλής έντασης διάρκειας 30 δευτερολέπτων, με ενδιάμεση ενεργητική αποκατάσταση, και ολοκληρωνόταν με επιπλέον περπάτημα. Η έντονη άσκηση προκαλούσε σωματικά συμπτώματα παρόμοια με εκείνα των κρίσεων πανικού, όπως αυξημένο καρδιακό ρυθμό και ταχεία αναπνοή.
Αντίθετα, η ομάδα ελέγχου ακολουθούσε πρόγραμμα τμηματικής μυϊκής σύσπασης και χαλάρωσης. Όλοι οι συμμετέχοντες φορούσαν βιομετρικές συσκευές παρακολούθησης κατά τη διάρκεια των συνεδριών.
Τα αποτελέσματα
Η σοβαρότητα των συμπτωμάτων αξιολογήθηκε με την Κλίμακα Πανικού και Αγοραφοβίας (PAS), καθώς και με ερωτηματολόγια άγχους και κατάθλιψης. Και στις δύο ομάδες παρατηρήθηκε βελτίωση, όμως τα αποτελέσματα ήταν σημαντικά πιο έντονα στην ομάδα της διαλειμματικής άσκησης. Οι συμμετέχοντες ανέφεραν μεγαλύτερη μείωση στη συχνότητα και τη σοβαρότητα των κρίσεων πανικού, με αποτελέσματα που διατηρήθηκαν έως και 24 εβδομάδες μετά.
Επιπλέον, οι ασθενείς δήλωσαν ότι απολάμβαναν περισσότερο το πρόγραμμα άσκησης σε σύγκριση με τη θεραπεία χαλάρωσης, γεγονός που αυξάνει τη συμμόρφωση και τη μακροπρόθεσμη αποτελεσματικότητα.
Ένα χαμηλού κόστους θεραπευτικό εργαλείο
Σύμφωνα με τους ερευνητές, η σύντομη έντονη διαλειμματική άσκηση αποτελεί μια φυσική, χαμηλού κόστους και εύκολα προσβάσιμη θεραπευτική επιλογή. Δεν απαιτεί κλινικό περιβάλλον και μπορεί να ενσωματωθεί στην καθημερινότητα του ασθενούς, φέρνοντας την ενδοδεκτική έκθεση πιο κοντά στην πραγματική ζωή.

Η μελέτη ανοίγει τον δρόμο για την ευρύτερη ενσωμάτωση της άσκησης στα μοντέλα φροντίδας για αγχώδεις και καταθλιπτικές διαταραχές, αναδεικνύοντας τη σωματική δραστηριότητα όχι μόνο ως μέσο ευεξίας, αλλά και ως ουσιαστικό θεραπευτικό εργαλείο.

