Νέα δεδομένα από τη νευροεπιστήμη της γλώσσας ανατρέπουν όσα γνωρίζαμε μέχρι σήμερα για την πρώιμη γλωσσική ανάπτυξη. Σύμφωνα με έρευνα απεικόνισης εγκεφάλου, τα βρέφη αρχίζουν να κατανοούν ρήματα ήδη από την ηλικία των 10 μηνών, δηλαδή πολύ πριν πουν τις πρώτες τους λέξεις. Το εύρημα αυτό δείχνει ότι η γλωσσική κατανόηση αναπτύσσεται νωρίτερα και σε βαθύτερο επίπεδο από ό,τι υποδήλωνε μέχρι σήμερα η παρατηρήσιμη ομιλία.

Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες του Πανεπιστημίου της Ανατολικής Αγγλίας, του Πανεπιστημίου του Κάρντιφ και του Πανεπιστημίου του Γουόρικ και αποτελεί την πρώτη έρευνα που εξέτασε άμεσα την κατανόηση ρημάτων σε βρέφη χρησιμοποιώντας νευροφυσιολογικές τεχνικές. Τα αποτελέσματα προσφέρουν μια σπάνια «ματιά» στον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος των μωρών επεξεργάζεται τη γλώσσα πριν αυτή εκφραστεί λεκτικά.
Πριν από τις πρώτες λέξεις, υπάρχει κατανόηση
Συνήθως, γύρω στον πρώτο χρόνο ζωής, τα βρέφη αρχίζουν να λένε τις πρώτες τους λέξεις, οι οποίες κατά κανόνα είναι ουσιαστικά. Πρόκειται για λέξεις που αναφέρονται σε πρόσωπα του άμεσου περιβάλλοντος, όπως η «μαμά», ή σε οικεία αντικείμενα και ζώα. Παρότι οι φροντιστές χρησιμοποιούν συχνά ρήματα στην καθημερινή τους ομιλία, το πρώιμο λεξιλόγιο των παιδιών φαίνεται να κυριαρχείται από ονομασίες.
Αυτό είχε οδηγήσει τους ερευνητές να υποθέτουν ότι η κατανόηση των ρημάτων αναπτύσσεται αργότερα. Ωστόσο, η νέα μελέτη δείχνει ότι η απουσία ρημάτων από την πρώιμη ομιλία δεν σημαίνει και απουσία κατανόησής τους.
Γιατί τα ρήματα είναι πιο δύσκολα
Η εκμάθηση των ρημάτων αποτελεί ιδιαίτερα σύνθετη γνωστική διαδικασία. Σε αντίθεση με τα ουσιαστικά, που συχνά αντιστοιχούν σε ορατά και σταθερά αντικείμενα, τα ρήματα περιγράφουν ενέργειες που εξελίσσονται στον χρόνο. Τα βρέφη καλούνται να διαχωρίσουν τα ρήματα από τον συνεχή προφορικό λόγο, να αναγνωρίσουν τις ενέργειες μέσα από την κίνηση, να σχηματίσουν κατηγορίες δράσεων και να συνδέσουν τις λέξεις με αφηρημένες έννοιες.
Όπως εξηγεί η Δρ. Kelsey Frewin, ερευνήτρια της μελέτης, στόχος των επιστημόνων ήταν να κατανοήσουν πότε ακριβώς ξεκινά αυτή η πολύπλοκη διαδικασία κατά την ανάπτυξη.
Πώς μελετήθηκε ο εγκέφαλος των βρεφών
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ηλεκτροεγκεφαλογράφημα (EEG), μια απολύτως ασφαλή και φιλική προς τα βρέφη μέθοδο, η οποία καταγράφει την ηλεκτρική δραστηριότητα του εγκεφάλου μέσω μικρών αισθητήρων. Τα μωρά, καθισμένα στην αγκαλιά των γονιών τους, παρακολουθούσαν βίντεο με απλές ενέργειες, ενώ ταυτόχρονα άκουγαν ρήματα που είτε ταίριαζαν είτε δεν ταίριαζαν με αυτό που έβλεπαν.
Μετρώντας τους εγκεφαλικούς ρυθμούς, οι επιστήμονες μπόρεσαν να διαπιστώσουν αν ο εγκέφαλος των βρεφών «αντιδρούσε» στις αναντιστοιχίες μεταξύ λόγου και δράσης.
Τι έδειξαν τα αποτελέσματα
Τα αποτελέσματα ήταν σαφή: μέχρι την ηλικία των 10 μηνών, τα βρέφη εμφάνιζαν εγκεφαλική ευαισθησία όταν το ρήμα δεν αντιστοιχούσε στην ενέργεια που παρακολουθούσαν. Αυτό υποδηλώνει ότι κατανοούν τη σχέση μεταξύ ρημάτων και δράσεων, ακόμη κι αν δεν μπορούν να τα εκφράσουν λεκτικά.
Οι ερευνητές σημειώνουν ότι τα ευρήματα μπορεί επίσης να αντικατοπτρίζουν μια πρώιμη ευαισθησία στις στατιστικές συνυπάρξεις μεταξύ λέξεων και ενεργειών. Αυτή η ευαισθησία ενδέχεται να λειτουργεί ως πρόδρομος μηχανισμός για την πλήρη κατανόηση των ρημάτων σε μεταγενέστερο στάδιο.
Τι σημαίνει αυτό για τη γλωσσική ανάπτυξη
Η μελέτη υπογραμμίζει ότι η κατανόηση της γλώσσας προηγείται σημαντικά της ομιλίας. Ο εγκέφαλος των βρεφών φαίνεται να επεξεργάζεται ενεργά τη σημασία των λέξεων πολύ νωρίτερα απ’ ό,τι πιστεύαμε. Παράλληλα, αναδεικνύει την ανάγκη για περισσότερη έρευνα κατά το πρώτο έτος ζωής, καθώς μέχρι σήμερα οι περισσότερες μελέτες για την κατανόηση των ρημάτων επικεντρώνονταν σε μεγαλύτερα παιδιά.

Τα ευρήματα ενισχύουν την άποψη ότι τα βρέφη δεν είναι παθητικοί δέκτες της γλώσσας, αλλά ενεργοί μαθητές, με έναν εγκέφαλο που από πολύ νωρίς αναζητά νόημα, δομή και σύνδεση ανάμεσα στις λέξεις και τον κόσμο γύρω τους.

