Νέα έρευνα από το Πανεπιστήμιο Rutgers αποκαλύπτει ότι ο γενετικός κίνδυνος για την ανάπτυξη διαταραχών χρήσης ουσιών προέρχεται κυρίως από γονίδια που επηρεάζουν τη ρύθμιση των παρορμήσεων και την επεξεργασία των ανταμοιβών στον εγκέφαλο, παρά από γονίδια που σχετίζονται με συγκεκριμένα ναρκωτικά. Η μελέτη, με επικεφαλής την καθηγήτρια ψυχιατρικής Holly Poore και δημοσιευμένη στο Nature Mental Health, αναλύει γενετικά δεδομένα από πάνω από 2,2 εκατομμύρια άτομα, καλύπτοντας αλκοόλ, καπνό, κάνναβη και οπιοειδή.
Δύο κύριες γενετικές οδοί κινδύνου
Οι ερευνητές διαχώρισαν τον γενετικό κίνδυνο σε δύο κύριες οδούς:
-
Ευρεία «αποσυμφορητική» οδός ή εξωτερίκευση
Αυτή η οδός αφορά συστήματα του εγκεφάλου που ελέγχουν την επεξεργασία ανταμοιβής, την αυτορύθμιση και την ανάληψη κινδύνου. Η εξωτερίκευση χαρακτηρίζεται από δυσκολία στον έλεγχο παρορμήσεων και περιλαμβάνει συμπεριφορές όπως παρορμητικότητα, ΔΕΠΥ, προβλήματα διαγωγής και τάση για ριψοκίνδυνες αποφάσεις. Τα γονίδια αυτής της οδού συνδέονται με πολλές μορφές εθισμού και συναφείς συμπεριφορικές διαταραχές. -
Οδοί ειδικές για συγκεκριμένες ουσίες
Αφορούν γονίδια που σχετίζονται με τον μεταβολισμό ή τη βιολογική απόκριση σε συγκεκριμένα φάρμακα, όπως οι νικοτινικοί υποδοχείς που εμπλέκονται στη χρήση καπνού ή ένζυμα που επηρεάζουν τον μεταβολισμό του αλκοόλ.
Η Danielle Dick, διευθύντρια του Κέντρου Έρευνας για τον Εθισμό στο Rutgers, εξηγεί ότι ο γενετικός κίνδυνος συνδέεται κυρίως με τον τρόπο που ο εγκέφαλος επεξεργάζεται τις ανταμοιβές και ρυθμίζει τη συμπεριφορά, ενώ οι ουσίες παίζουν δευτερεύοντα ρόλο.
Γονιδιακή ανάλυση και πολυγονιδιακές βαθμολογίες
Χρησιμοποιώντας προηγμένες γονιδιωματικές μεθόδους, οι ερευνητές εντόπισαν εκατοντάδες γενετικές παραλλαγές που συνδέονται με την ευρεία εξωτερίκευση, καθώς και γονίδια που ήταν πιο ειδικά για κάθε ουσία. Με την μοντελοποίηση διαταραχών χρήσης ουσιών μαζί με σχετικά χαρακτηριστικά όπως η ΔΕΠΥ και η ανάληψη κινδύνου, κατέστη δυνατή η πιο ακριβής ανίχνευση γενετικών επιδράσεων χωρίς να χάνεται η ειδικότητα για την κάθε ουσία.
Οι ερευνητές δημιούργησαν πολυγονιδιακές βαθμολογίες, δηλαδή συνοπτικούς δείκτες γενετικής ευθύνης που συνδυάζουν χιλιάδες γενετικές παραλλαγές. Οι ευρείες βαθμολογίες εξωτερικευμένων χαρακτηριστικών προέβλεπαν τον κίνδυνο για πολλές διαταραχές χρήσης ουσιών, ενώ οι ειδικές βαθμολογίες παρέχουν ακριβέστερη εικόνα για τον κίνδυνο σε συγκεκριμένες ουσίες όπως το αλκοόλ ή η νικοτίνη.
Μεταφραστικές εφαρμογές και πρόληψη
Οι ερευνητές τονίζουν ότι οι πολυγονιδιακές βαθμολογίες δεν καθορίζουν το πεπρωμένο κάποιου, αλλά μπορούν να βοηθήσουν στον εντοπισμό ατόμων που θα ωφεληθούν από στοχευμένες παρεμβάσεις ή πρόληψη. Επιπλέον, οι βαθμολογίες μπορούν να οδηγήσουν σε πιο εξατομικευμένες θεραπείες και σχέδια ανάρρωσης για τον εθισμό.
Κοινή βιολογία σε ψυχιατρικές και εξωτερικευμένες καταστάσεις
Η ανάλυση δικτύου και στόχου φαρμάκων έδειξε ότι πολλά από τα γονίδια της ευρείας οδού εξωτερίκευσης επικαλύπτονται με εκείνα που εμπλέκονται σε άλλες ψυχιατρικές διαταραχές και προβλήματα που σχετίζονται με ουσίες, υπογραμμίζοντας την κοινή βιολογία που διέπει πολλές παθήσεις. Αυτό σημαίνει ότι η κατανόηση αυτών των γονιδίων μπορεί να επηρεάσει την πρόληψη και τη θεραπεία όχι μόνο των διαταραχών χρήσης ουσιών, αλλά και άλλων σχετιζόμενων ψυχικών και συμπεριφορικών καταστάσεων.
Η μελέτη αυτή προσφέρει για πρώτη φορά σαφή διάκριση ανάμεσα σε γενετικούς παράγοντες που επηρεάζουν τον εγκέφαλο γενικά και παράγοντες που συνδέονται με συγκεκριμένες ουσίες. Η γνώση αυτή ανοίγει τον δρόμο για εξατομικευμένες στρατηγικές πρόληψης και θεραπείας του εθισμού, εστιάζοντας τόσο στη ρύθμιση των παρορμήσεων όσο και στην ειδική ευαλωτότητα σε συγκεκριμένα ναρκωτικά.

