Η αμερικανική ασφάλιση μέσω της νόμου Affordable Care Act (ACA), η οποία επέτρεψε σε εκατομμύρια πολίτες να έχουν προσιτή ιατρική κάλυψη, αντιμετωπίζει μια σοβαρή πρόκληση: οι διευρυμένες επιδοτήσεις που κάνουν τα ασφαλιστήρια αφενός προσιτά και αφετέρου βιώσιμα για ασθενείς όλων των εισοδημάτων, κινδυνεύουν να λήξουν στο τέλος του 2025.
Οι ασφαλιστικές εταιρείες, τα νοσοκομεία και μεγάλα υγειονομικά δίκτυα ήδη κινητοποιούνται, απευθυνόμενοι στους νομοθέτες της Ουάσιγκτον και απαιτώντας επέκταση των επιδοτήσεων μέσω του ACA. Η εκστρατεία αυτή –με πρωτοστάτες φορείς όπως το “Keep Americans Covered”– έχει ως στόχο να ενταχθούν τα κονδύλια σε νομοσχέδιο χρηματοδότησης που πρέπει να εγκριθεί έως το τέλος Σεπτεμβρίου, για να αποφευχθεί ενδεχόμενο κλείσιμο του κράτους.
Η κρίση όμως δεν σταματά εκεί. Έρευνες δείχνουν ότι οι ασφαλιστικές τιμές στην αγορά του ACA προβλέπεται να αυξηθούν κατά 18% (μέσος όρος) για το 2026, με κάποιες εκτιμήσεις να φτάνουν μέχρι και το 20%. Οι αιτίες είναι εμφανείς: αυξημένο κόστος υγειονομικής περίθαλψης, ανάπτυξη τιμών σε φάρμακα υψηλού κόστους, πληθωριστικές πιέσεις και αύξηση μισθών στο σύστημα υγείας. Οι ασφαλιστικές εταιρείες, στην τιμολόγηση τους, ενσωματώνουν ενδεχόμενη κατάργηση των επιδοτήσεων, γεγονός που οδηγεί σε εκτεταμένες αυξήσεις στα ασφάλιστρα.
Το πλέον σοβαρό για τους καταναλωτές είναι ότι χωρίς την επέκταση των επιδοτήσεων, τα προσωπικά έξοδα για ασφάλιστρα αναμένεται να εκτοξευθούν κατά 75% ή και παραπάνω, σύμφωνα με εκτιμήσεις—πολλοί άνθρωποι θα δουν δύο φορές μεγαλύτερα ποσά να φεύγουν από τον προϋπολογισμό τους για ίδια κάλυψη.
Οι αναλυτές της Κύριας Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Πληροφόρησης (CBO) εκτιμούν ότι έως και 4,2 εκατομμύρια άνθρωποι θα μείνουν ανασφάλιστοι έως το 2034, εάν οι επιδοτήσεις λήξουν και δεν υπάρξει κατάλληλη νομοθετική παρέμβαση. Ο αριθμός αυτός μπορεί να μεταφραστεί σε καθημερινές δυσκολίες: από απώλεια πρόσβασης σε ιατρική περίθαλψη μέχρι οικονομική κατάρρευση για νοικοκυριά με μέσο ή χαμηλό εισόδημα.
Η πολιτική διαμάχη είναι έντονη. Δημοκρατικοί βουλευτές όπως οι Richard Neal και Ron Wyden έχουν δηλώσει ότι δεν θα στηρίξουν οποιοδήποτε νομοσχέδιο περιλαμβάνει μεταρρύθμιση του συστήματος φαρμάκων, εάν οι επιδοτήσεις του ACA δεν επεκταθούν—και υπολογίζουν το κόστος αυτής της επέκτασης στα 383 δισεκατομμύρια δολάρια. Αντίθετα, πολλοί Ρεπουμπλικανοί προσπαθούν να προωθήσουν και άλλα νομοθετήματα, αλλά μέχρι στιγμής αποφεύγουν να δεσμευθούν για μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση των επιδοτήσεων.
Η σταδιακή ελάττωση της υποστήριξης και η αυξανόμενη πολιτική αβεβαιότητα έχουν επίσης ανησυχήσει τους επενδυτές στον χώρο της υγείας, καθώς ασφαλιστικές εταιρείες όπως UnitedHealth, Centene και Molina Healthcare αντιμετωπίζουν μειώσεις κερδών και προβλήματα στην αποδοτικότητα—ενώ η μείωση επιδομάτων των ACA και τα χτυπήματα στο Medicaid προσθέτουν πίεση στην κερδοφορία.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: η λήξη των ενισχυμένων επιδοτήσεων του ACA –σε συνδυασμό με το κύμα ανατιμήσεων και την πολιτική διαφωνία– δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η ασφάλιση δεν είναι απλώς πιο ακριβή, αλλά διακυβεύεται η ίδια η βιωσιμότητά της για εκατομμύρια Αμερικανούς. Η μάχη για την επέκταση των επιδοτήσεων δεν είναι απλώς οικονομική ή πολιτική· είναι ανθρωπιστική. Οι επόμενες εβδομάδες θα κρίνονται κομβικές: ένα νομοσχέδιο χρηματοδότησης που θα περιλαμβάνει την επέκταση των επιδοτήσεων –ή όχι– θα καθορίσει την πρόσβαση σε ζωτική φροντίδα για ασθενείς, οικογένειες και ευάλωτες ομάδες στις ΗΠΑ.