Οι αγχώδεις διαταραχές αποτελούν μία από τις πιο συχνές ψυχικές παθήσεις, επηρεάζοντας περίπου 1 στους 4 ανθρώπους κάποια στιγμή στη ζωή τους. Οι διαταραχές αυτές περιλαμβάνουν τη διαταραχή πανικού με ξαφνικές και σοβαρές κρίσεις άγχους, τη γενικευμένη αγχώδη διαταραχή με συνεχή ανησυχία για καθημερινά ζητήματα, και τις φοβίες που σχετίζονται με συγκεκριμένα αντικείμενα ή καταστάσεις. Παρά την υψηλή τους συχνότητα, η βιολογική βάση του άγχους παραμένει σχετικά ανεξερεύνητη, μέχρι πρόσφατα.

Η μεγαλύτερη γενετική μελέτη για τις αγχώδεις διαταραχές
Μία διεθνής ερευνητική ομάδα διεξήγαγε τη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα γενετική μελέτη για τις αγχώδεις διαταραχές, προσφέροντας νέα δεδομένα για την κατανόηση της βιολογίας τους. Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Nature Genetics και το Πανεπιστημιακό Ιατρικό Κέντρο του Βίρτσμπουργκ είχε καθοριστικό ρόλο στη διεξαγωγή της.
Η μελέτη βασίστηκε σε δεδομένα από 36 ανεξάρτητα δείγματα που περιλάμβαναν περισσότερα από 120.000 άτομα με αγχώδεις διαταραχές και σχεδόν 730.000 χωρίς διαταραχές. Συμμετείχαν ερευνητές από κορυφαία πανεπιστήμια, όπως το Texas A&M, το Dalhousie, το King’s College και το Πανεπιστήμιο του Würzburg.
Πολλαπλές γενετικές παραλλαγές εμπλέκονται
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι αγχώδεις διαταραχές δεν προκαλούνται από ένα μόνο «γονίδιο του άγχους». Αντίθετα, εντοπίστηκαν 58 γενετικές παραλλαγές διάσπαρτες στο γονιδίωμα, καθεμία από τις οποίες συμβάλλει σε μικρό βαθμό στην ανάπτυξη της διαταραχής. Αυτό το μοτίβο θυμίζει άλλες σύνθετες ψυχικές παθήσεις, όπως η κατάθλιψη.
Επιπλέον, υπήρξε ισχυρή γενετική επικαλύπτηση μεταξύ των αγχωδών διαταραχών και άλλων ψυχικών καταστάσεων, όπως η κατάθλιψη, ο νευρωτισμός, η διαταραχή μετατραυματικού στρες και οι απόπειρες αυτοκτονίας. Αυτή η συσχέτιση μπορεί να εξηγεί γιατί συχνά παρατηρείται ταυτόχρονη εμφάνιση αυτών των διαταραχών.
Η καθηγήτρια Thalia Eley από το King’s College London τόνισε: «Σε μια εποχή που το άγχος αυξάνεται ραγδαία στους νέους, είναι ζωτικής σημασίας να εμβαθύνουμε στην κατανόηση των βιολογικών παραγόντων που κάνουν ορισμένα άτομα πιο ευάλωτα. Τέτοια δεδομένα μπορούν μελλοντικά να βοηθήσουν στον εντοπισμό ατόμων που χρειάζονται έγκαιρη παρέμβαση».
Νέες βιολογικές οδοί σηματοδότησης
Η μελέτη αποκάλυψε επίσης εμπλοκή γονιδίων που συμμετέχουν στη λεγόμενη GABAεργική σηματοδότηση, ένα σημαντικό σύστημα που ρυθμίζει τη δραστηριότητα του εγκεφάλου. Το μόριο GABA αποτελεί ήδη στόχο πολλών αγχολυτικών φαρμάκων.
Παράλληλα, τα ευρήματα έδειξαν ενδείξεις για νέες, προηγουμένως άγνωστες σηματοδοτικές οδούς, οι οποίες μπορεί να συμβάλλουν στην αιτιολογία του άγχους. Ο καθηγητής Γιούργκεν Ντέκερτ από το Πανεπιστημιακό Ιατρικό Κέντρο του Würzburg δήλωσε: «Τα αποτελέσματα προσφέρουν στοιχεία για μοριακές σηματοδοτικές οδούς πέραν της GABAεργικής, θέτοντας τη βάση για μελλοντικές μελέτες σε κυτταροκαλλιέργειες, ζωικά μοντέλα και σε ανθρώπους. Αυτό θα βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση της νευροβιολογίας του άγχους και στην ανάπτυξη εξατομικευμένων θεραπειών».
Σημασία για την πρόληψη και τη θεραπεία
Παρά το γεγονός ότι τα αποτελέσματα δεν συνηγορούν υπέρ της χρήσης γενετικών εξετάσεων για τη διάγνωση του άγχους, ο εντοπισμός συγκεκριμένων γονιδίων και βιολογικών μονοπατιών μπορεί να οδηγήσει σε βελτίωση των υπαρχουσών θεραπειών και στην ανάπτυξη νέων.
Η κατανόηση της βιολογικής βάσης του άγχους μπορεί να επιτρέψει την έγκαιρη παρέμβαση σε άτομα υψηλού κινδύνου και να βελτιώσει σημαντικά την ποιότητα ζωής όσων υποφέρουν από αγχώδεις διαταραχές.
Η νέα γενετική μελέτη φέρνει στο φως πολύτιμες πληροφορίες για την πολύπλοκη βιολογία των αγχωδών διαταραχών. Οι 58 γενετικές παραλλαγές και οι νέες σηματοδοτικές οδοί που εντοπίστηκαν αποτελούν σημαντικό βήμα προς την κατανόηση των αιτιών του άγχους, ανοίγοντας δρόμους για εξατομικευμένες και πιο αποτελεσματικές θεραπείες. Μελλοντικές έρευνες θα επιτρέψουν στους επιστήμονες να συνδέσουν τα γενετικά ευρήματα με κλινικές εφαρμογές, ενισχύοντας την πρόληψη και την αντιμετώπιση αυτής της κοινής αλλά συχνά παρεξηγημένης ψυχικής νόσου.


