Από την αρχή της πανδημίας, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι πολλοί άνθρωποι που νόσησαν από COVID-19 ανέφεραν δυσκολίες συγκέντρωσης, προβλήματα μνήμης και ένα αίσθημα «νοητικής ομίχλης». Νεότερες απεικονιστικές μελέτες εγκεφάλου έδειξαν μεταβολές σε περιοχές που σχετίζονται με τη μνήμη, την όσφρηση και τη γνωστική επεξεργασία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, παρατηρήθηκε μείωση του όγκου φαιάς ουσίας, κάτι που συνήθως συνδέεται με τη φυσιολογική γήρανση. Αυτό οδήγησε τους ερευνητές στο ερώτημα: μήπως η λοίμωξη από τον ιό επιταχύνει διαδικασίες που μοιάζουν με εγκεφαλική γήρανση; Παράλληλα, κλινικά δεδομένα έδειξαν ότι ακόμα και άτομα με ήπια συμπτώματα εμφάνισαν παροδικές γνωστικές διαταραχές, γεγονός που ενίσχυσε την υπόθεση ότι ο ιός επηρεάζει το νευρικό σύστημα περισσότερο από όσο πιστεύαμε αρχικά.

Ο ρόλος της φλεγμονής και της «long COVID»
Ένας βασικός μηχανισμός που εξετάζεται είναι η φλεγμονή. Ο COVID-19 προκαλεί έντονη φλεγμονώδη αντίδραση στο σώμα, η οποία μπορεί να επηρεάσει και τον εγκέφαλο μέσω του ανοσοποιητικού συστήματος. Αυτή η νευροφλεγμονή ενδέχεται να επηρεάζει τη νευρωνική επικοινωνία και τη λειτουργία των συνάψεων. Επιπλέον, άτομα με «long COVID» αναφέρουν επίμονη κόπωση, δυσκολία στη σκέψη και αργή νοητική επεξεργασία για μήνες μετά τη λοίμωξη. Τα συμπτώματα αυτά μοιάζουν εντυπωσιακά με εκείνα που συναντάμε σε μεγαλύτερες ηλικίες. Ορισμένοι ερευνητές θεωρούν ότι η παρατεταμένη φλεγμονή και η διαταραχή της οξυγόνωσης κατά τη διάρκεια της νόσου μπορεί να συμβάλλουν σε αυτή την εικόνα, δημιουργώντας μια κατάσταση που θυμίζει επιταχυνόμενη γνωστική φθορά.
Είναι οι επιπτώσεις μόνιμες ή αναστρέψιμες;
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτές οι αλλαγές είναι μόνιμες. Μέχρι στιγμής, τα δεδομένα δείχνουν ότι σε πολλούς ανθρώπους οι γνωστικές λειτουργίες βελτιώνονται με τον χρόνο. Ο εγκέφαλος διαθέτει αξιοσημείωτη νευροπλαστικότητα, δηλαδή την ικανότητα να αναδιοργανώνεται και να ανακτά λειτουργίες. Παράγοντες όπως η φυσική άσκηση, η ποιοτική διατροφή, ο καλός ύπνος και η πνευματική δραστηριότητα φαίνεται να βοηθούν στην αποκατάσταση. Παρότι ορισμένες μελέτες υποδεικνύουν ότι μπορεί να υπάρχουν μακροπρόθεσμες επιπτώσεις σε ευάλωτες ομάδες, δεν υπάρχουν ακόμη σαφή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο COVID-19 προκαλεί μόνιμη «γήρανση» του εγκεφάλου στο γενικό πληθυσμό.

Η ιδέα ότι ο COVID-19 μπορεί να επιταχύνει διαδικασίες που μοιάζουν με εγκεφαλική γήρανση βασίζεται σε υπαρκτές επιστημονικές παρατηρήσεις, αλλά παραμένει υπό διερεύνηση. Η φλεγμονή, οι γνωστικές διαταραχές και τα ευρήματα απεικονιστικών μελετών υποστηρίζουν την ανάγκη για περαιτέρω έρευνα. Ωστόσο, τα μέχρι στιγμής δεδομένα δείχνουν ότι σε πολλές περιπτώσεις οι επιπτώσεις είναι παροδικές και αναστρέψιμες. Η φροντίδα της εγκεφαλικής υγείας μετά τη νόσηση —μέσω άσκησης, σωστής διατροφής και πνευματικής δραστηριότητας— μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στην αποκατάσταση και την πρόληψη μακροπρόθεσμων συνεπειών.

